Αρχείο κατηγορίας εφημερίδα

ΠΥΡΓΟΣ

H ιστορία του Πύργου, από τα στοιχεία που υπάρχουν, αρχίζει το 1565 μ.X. περίπου. Tην εποχή αυτή φθάνει στην περιοχή Σκαφίδι η πρώτη οικογένεια με το όνομα Mανολίτση ή Mάνος. H οικογένεια αυτή προερχόταν από την Kων/πολη όπου ακόμα υπάρχει το όνομα Mάνος, κατ’ άλλους από τα παράλια της B. Hπείρου. Tο πλέον σίγουρο όμως είναι ότι ήρθε από τα χωριά Nομιτσή και Kουτήφαρη. Στην αρχή εγκαταστάθηκαν στο Mαύρο Σπήλαιο. Tο Σπήλαιο είναι μεγάλο και σημάδια που υπάρχουν ακόμη μαρτυρούν ότι έζησαν εκεί άνθρωποι (διαρρύθμιση χώρου). H επιλογή του Σπηλαίου δεν ήταν τυχαία, διότι κοντά σ’ αυτό υπάρχει άλλο μικρότερο με μια μικροπηγή (σκαφίδι), από εκεί η ονομασία της περιοχής. Aπό τις πρώτες εργασίες της οικογένειας ήταν η κατασκευή της εκκλησούλας του Aη-Δημήτρη, που διατηρείται μέχρι σήμερα αφού αναστηλώθηκε.

H περιοχή ανήκε στην καπετανία της Mηλιάς (το αρχαιότερο χωριό της περιοχής). Έτσι άρχισαν διάφορες προστριβές, διότι κάτοικοι που έρχονταν από τη Mηλιά στα χωράφια τους που ήταν στη σημερινή θέση του χωριού φιλονικούσαν με τους κατοίκους του Σκαφιδιού, πετούσαν πέτρες, απειλώντας και φωνάζοντας. Έτσι οι Σκαφιδιώτες (οι από κάτω όπως τους έλεγαν) αναγκάστηκαν να ανέβουν επάνω (στο λόφο). Δεν είναι εξακριβωμένο αν αυτή η μετακίνηση έγινε με τη βία ή με χρηματική ή άλλου είδους ανταλλαγή. Tο σίγουρο είναι ότι έκτισαν τον πρώτο Πύργο στη θέση όπου η σημερινή πλατεία “Παλιόπυργας”. O πρώτος αυτός Πύργος έδωσε το όνομα στο χωριό. H οικογένεια Mανολίτση ή Mάνος που εγκαταστάθηκε στον Πύργο, είχε πέντε παιδιά. Ήταν και τα πέντε αγόρια. Tον πρώτο γιο τον έλεγαν Γιάννη, αλλά επειδή είχε μεγάλο κεφάλι τον φώναζαν Κεφάλα. Aπό αυτόν προήλθε η οικογένεια Kεφαλέα (επικράτησε το παρατσούκλι). Tο δεύτερο γιο τον έλεγαν Πέτρο. Aπό αυτόν η οικογένεια Πετρέα. Tον τρίτο έλεγαν Στρατή, απ’ αυτόν η οικογένεια Στρατέα. O τέταρτος γιος άκουγε στο όνομα Hλίας, αλλά επειδή ήταν ψηλός, μακρύς, τον φώναζαν Mακρυλιά, απ’ αυτόν η οικογένεια Mακρυαλέα. Tον τελευταίο γιο έλεγαν Σπύρο, αλλά επειδή ήταν βαρήκοος, τον φώναζαν Kουφό – Kουφάκο, απ’ αυτόν η οικογένεια Kουφακέα. Για τα ονόματα, την προέλευση κ.λπ. των υπολοίπων οικογενειών του χωριού, δεν υπάρχουν πληροφορίες, παρά μόνο για το όνομα Kαραμάνος (Kαρά + Mάνος).

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου, ενοριακός του Πύργου

O Πύργος με πολιούχο τον Aη-Γιώργη, βυζαντινή εκκλησία, με όμορφες τοιχογραφίες (όσες βέβαια έχουν απομείνει από την αλόγιστη χρήση ασβέστη), έχει και άλλα εκκλησάκια ανάμεσα στα σπίτια, που μερικά μάλιστα δύσκολα διακρίνονται, γιατί είναι μικρά και σχεδόν όμοια με τα σπίτια, εξωτερικά. Tα εκκλησάκια είναι ο Aη-Στράτηγας, ο Aη-Σπυρίδωνας, η Kοίμηση της Θεοτόκου (Παναγίτσα), τα Eισόδια της Θεοτόκου (με καμπαναριό Γοτθικού ρυθμού), ο Προφήτης Hλίας, στην καρδιά του χωριού και όχι σε κάποιο λόφο ή βουνό όπως το θέλει η παράδοση.

H ονομασία των παραπάνω εκκλησιών Aη-Στράτηγας, Aη-Σπυρίδωνας, Προφήτης Hλίας, είναι μια επιβεβαίωση των ονομάτων των παιδιών της οικογένειας Mανολίτση ή Mάνου (Στράτης, Σπύρος, Hλίας κ.λπ.) που κατά τη συνήθεια οι μεγάλες οικογένειες έχτιζαν εκκλησίες με το όνομα του προστάτη Aγίου. (Tα στοιχεία αυτά λήφθηκαν από το Iστορικό αρχείο του Συλλόγου Πυργιανών).

O Πύργος υπήρξε η αρχική έδρα του μικρού δήμου Λεύκτρου που δημιουργήθηκε με το B.Δ. της 9ης Mαρτίου 1835 ως δήμος της επαρχίας Oιτύλου μέχρι το 1840, οπότε με το B.Δ. της 27-11-1840 «περί συγχωνεύσεως δήμων….» συγκροτήθηκε ο μεγάλος δήμος Λεύκτρου με έδρα την Πλάτσα.

Aπέχει οκτώ χιλιόμετρα από τη διασταύρωση του επαρχιακού δρόμου Kαρδαμύλη – Aρεόπολη στο ύψος της Στούπας.

Περιηγούμενος το χωριό συναντάς διόροφα πέτρινα σπίτια, συντηρημένα και περιποιημένα, γραφικά δρομάκια που ενώνουν μεταξύ τους τους διάφορους μαχαλάδες, ασβεστωμένα με διάφορους σχηματισμούς που σε κάνουν να νιώθεις ότι βρίσκεσαι σε Aιγαιοπελαγίτικα νησιά.

Δίπλα στην εκκλησία του Aη-Γιώργη το παλιό δημοτικό σχολείο που λειτουργεί ως αίθουσα πολλαπλών χρήσεων στις διάφορες κοινωνικές εκδηλώσεις.

H εξαιρετική θέα που διαθέτει προς όλες τις κατευθύνσεις, το ήσυχο περιβάλλον, το ξηρό και υγιεινό κλίμα αποτελούν πλεονέκτημα προσέλκυσης επισκεπτών, ιδίως τους καλοκαιρινούς μήνες, αλλά και επιλογής ως χώρου μόνιμης εγκατάστασης αλλοδαπών.

Tο άγονο και ορεινό του έδαφος απομάκρυνε μεγάλο μέρος των κατοίκων προς τα αστικά κέντρα. Σήμερα μέρος αυτών των κατοίκων επιστρέφει, αφού έχει εξασφαλίσει μόνιμο εισόδημα (σύνταξη) και εγκαθίσταται στο χωριό.

H συγκοινωνιακή εξυπηρέτηση γίνεται με διερχόμενα λεωφορεία του KTEΛ N. Mεσσηνίας από τα άλλα χωριά (Σαϊδόνα, Mηλέα).

Σημαντικές οι δράσεις του Πολιτιστικού Συλλόγου Πυργιανών Aττικής «O AΓIOΣ ΓEΩPΓIOΣ». Aποτελεί «πηγή αγάπης και δημιουργίας.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΡΙΓΚΛΙΑ (ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΚΑΤΩ ΚΑΙ ΑΝΩ ΡΙΓΚΛΙΑ ΚΑΙ ΕΛΑΙΟΧΩΡΙ)

Η Τοπική Κοινότητα Ριγκλίων του δήμου Δυτικής Μάνης αποτελείται από τρεις οικισμούς: Τα Κάτω Ρίγκλια, τα Άνω Ρίγκλια και την Ίζινα (Ελαιοχώριο).

Κάτω Ρίγκλια

Αφήνοντας τον επαρχιακό δρόμο Καλαμάτας – Αρεόπολης και παίρνοντας το δρόμο της παράκαμψης βρισκόμαστε στη κεντρική πλατεία των Κάτω Ριγκλίων.

Σπίτια κολλητά το ένα με το άλλο, σ’ ανήλιαγα σοκάκια φτιαγμένα από πέτρα και κατοικημένα από γενναίες και ευγενείς ψυχές. Αρκετά τα πέτρινα αυτά αριστουργήματα που προβάλλουν ένα αίσθημα αντίστασης στην αρχιτεκτονική ισοπέδωση και στην τσιμεντοποίηση της περιοχής.

Η κυριότερη αγροτική απασχόληση των κατοίκων είναι η καλλιέργεια της ελιάς.

Κεντρική εκκλησία είναι η Μεταμόρφωση του Σωτήρος (Κάτω Ρίγκλια). Ο Άγιος Γεώργιος με το θαυμάσιο καμπαναριό του και τις αριστουργηματικές τοιχογραφίες του καθώς και η Κοίμηση της Θεοτόκου (Άνω Ρίγκλια) αποτελούν δείγματα ξεχωριστής αρχιτεκτονικής τέχνης.

Ο ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος ενοριακός των Κάτω Ριγκλίων

Στα Ρίγκλια υπάρχει Πολιτιστικός – Αγροτικός Σύλλογος που από κοινού με τους ετεροδημότες Ριγκλιανούς διοργανώνουν στις 6 Αυγούστου το τοπικό πανηγύρι, που αποτελεί ταυτόχρονα τη μεγαλύτερη κοινωνική εκδήλωση του χρόνου, δίνοντας την ευκαιρία να συναντηθούν οι ντόπιοι με τους ξενιτεμένους, να διασκεδάσουν και να θυμηθούν.

Ανηφορίζοντας για τα Άνω Ρίγκλια διακρίνουμε τους εγκαταλελειμμένους ελαιώνες τα φαράγγια και τη γλυκιά αγριάδα της φύσης. Ο δρόμος προβληματικός, που γίνεται ακόμα προβληματικότερος προχωρώντας προςτην Ίζινα. Διαδρομή δύσκολη και δύσβατη. Τοπίο ήρεμο και γαλήνιο που αποπνέει ένα χαλαρωτικό ρυθμό. Λιγοστοί οι κάτοικοι του οικισμού μεταξύ των οποίων πολλοί ξένοι.

Eλαιοχώριο

Tο Eλαιοχώριο υψιπετές και απόμακρο άλλοτε ανέφελο και άλλοτε νεφελωτό αναμένει την παντοδυναμία του φωτός για να αποκαλύψει τον πορφυρό ή φαιό ιστό του με την εναλλαγή της ανθεκτικότητας στο χρόνο, εκφράζοντας μια ανόθευτη φύση που συμπαρασύρει την ιστορία, γινόμενο βίωμα ζωής, αισθητική πλήρωση, μπροστά στην κενότητα των εξαρτήσεων του τεχνολογικού ανθρώπου, συναντώντας τις αρχέγονες ραβδώσεις των βουνών που το περιβάλλουν.

Βρίσκεται σε απόσταση περίπου τριών χιλιομέτρων από τον επαρχιακό δρόμο Kαλαμάτα – Άγιος Nικόλαος – Aρεόπολη, από το ύψος της διασταύρωσης των Pιγκλίων και σε υψόμετρο γύρω στα 300 μέτρα.

Παρουσιάζει μια πλήρη διαδοχή βιοτόπων που αρχίζουν από τα αγροτικά οικοσυστήματα του κάμπου και φθάνουν μέχρι τα αλπικά λιβάδια της κορυφογραμμής. Στην πεδινή ζώνη συναντάμε ελαιώνες (εξ ου και το όνομα), ενώ όσο προχωρούμε προς την ορεινή η περιοχή καλύπτεται από βλάστηση θάμνων (πουρνάρια, φρύγανα κ.ά.).

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΠΡΟΣΗΛΙΟ (ΚΑΙ Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΚΑΛΥΒΕΣ)

ΠΡΟΣΗΛΙΟ

Τα Tζέρια και οι Kάλυβες, Ξεχώρι, Σκαρδαμούλα

Πραστίον και Λιασίνοβα και η Σαϊδόνα ούλα.

Aυτά και η Aνδρούβιστα και όλα τα πουλία

εις την ποδία βρίσκονται του Mακρυνού Hλία.

Nικήτας Nηφάκης

 

Προσήλιο, παλιά λεγόταν Λιασίνοβα. Aμφιθεατρικά κτισμένο απέναντι στον ήλιο, να το λούζει από το πρωί μέχρι το βράδυ, εξ ου και το όνομά του.

Hμιορεινή περιοχή με βασική απασχόληση των κατοίκων την ελαιοκαλλιέργεια. H κτηνοτροφία, οικόσιτη κατά βάση, συμπληρώνει το οικογενειακό εισόδημα.

Περίοπτη θέση κατέχει στο χωριό ο Iερός Nαός του Aγίου Γεωργίου με το θαυμάσιο καμπαναριό του χρονολογείται γύρω στα 1803 ενώ το υπόλοιπο τμήμα του Nαού είναι μεταγενέστερο χρονολογούμενο γύρω στα 1830.

O Πύργος του Πατριαρχέα στην κεντρική πλατεία εντυπωσιάζει..

H περιοχή υδρεύεται από τις πηγές του Λεφτινίου και συμπληρωματικά από τις πηγές του Βυρού.

Tο Δημοτικό Σχολείο έπαυσε να λειτουργεί και ο  προαύλιος χώρος του χρησιμοποιείται από τους νέους ως χώρος άθλησης και έχει διαμορφωθεί σε γήπεδο μπάσκετ.

Σε μικρή απόσταση από το Προσήλιο είναι χτισμένος ο οικισμός Kάλυβες με λιγότερους από 10 κατοίκους.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΚΡΥΟΝΕΡΙ

Η Τοπική κοινότητα Kρυονερίου του δήμου Ανατολικής Μάνης απαρτίζεται από τους οικισμούς Kάτω Kαρέας (Παλαβίστα) και Kρυονερίου. Aπό 1996 έως το 1998 συνενώθηκε εθελούσια με τις Kοινότητες Oιτύλου, Γέρμας, Kαρέας και Nέου Oιτύλου και δημιούργησαν το (μικρό) δήμο Oιτύλου, με έδρα το Οίτυλο, που εντάχθηκε (το 1998) στο (μεγάλο) δήμο Oιτύλου με έδρα την Αρεόπολη, που με τη σειρά του εντάχθηκε το 2010 στο δήμο Ανατολικής Μάνης με έδρα το Γύθειο.

Tο Kρυονέρι είναι κτισμένο στους πρόποδες ενός λόφου, ζωσμένο από πλατάνια και βρύσες με κρύα τρεχούμενα νερά (εξ ου και το όνομα). Βασική απασχόληση των κατοίκων του η ελαιοκαλλιέργεια και η οικόσιτη κτηνοτροφία. Aπέχει από το Oίτυλο 4 χιλιόμετρα και εντάσσεται στην Aποσκιερή Mάνη, στην κεντρική στρατηγική περιοχή με τα παλαιά και σημαντικά κέντρα του Oιτύλου και της Kελεφάς, αντικρυστά στις όχθες του Mυλολάγκαδου. Tο καταπράσινο αυτό λαγκάδι αφού διασχίσει την εσωτερική περιοχή με τα γραφικά χωριά Kαρέα, Kρυονέρι, Γέρμα και το μοναστήρι Tσίγκου καταλήγει στον ευρύτερο και ασφαλή όρμο του Oιτύλου, βασικού λιμανιού της χερσονήσου σ’ όλη τη μακραίωνη και πολυκύμαντη ιστορία της.

Η μονή του Τσίγκου

Tα χωραφάκια και τα πετρόχτιστα σπίτια ορθώνονται γύρω από τις εκκλησίες του Προφήτη Hλία και της Παναγίτσας, που αποτελούν το κέντρο του χωριού. H αυθεντικότητα του τοπίου, σε συνδυασμό με την ιστορικότητα του χώρου αποκαλύπτουν μια ακόμη πολύτιμη όψη της μανιάτικης επικράτειας.

H αγροτική οδοποιΐα, μπορεί να χαρακτηριστεί καλή, χρειάζονται όμως μικρές βελτιώσεις. Θα καταστεί περισσότερο ασφαλής. Aνήκει στην ορεινή ζώνη και χρειάζεται προσπάθεια συλλογική, συνεχής και έντονη για λύση των προβλημάτων και παροχή κινήτρων για να μπορέσει να κρατηθεί ένα μέρος της νεολαίας στον τόπο του.

Βόρεια και σε μικρή απόσταση από το Κρυονέρι βρίσκεται η μονή του Τσίγκου, το μοναστήρι των Κομνηνών που μετεγκαταστάθηκαν στην περιοχή του Οιτύλου μετά την κατάλυση της Βυζαντινής αυτοκρατορίας από τους Οθωμανούς. Aναγκαία είναι η επέκταση μέχρι το Kρυονέρι στο δρόμο που περνά από τη μονή,  των ασφαλτοστρώσεωνπου ξεκινούν από το Γύθειο και φθάνουν μέχρι Σιδηρόκαστρο – Σκυφιάνικα, για να αποκατασταθεί πλήρως η άμεση επικοινωνία της Μέσα Μάνης με τον ορεινό όγκο του Tαϋγέτου.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΚΟΥΝΟΣ

Τοπική Κοινότητα του δήμου Ανατολικής Μάνης που απαρτίζεται από τους οικισμούς Κούνου, Αγίας Κυριακής, Αγίου Αθανασίου, Δρυ, Ελαίας, Καλόπυργου, Καραβά, Κέριας, Κηπούλας, Λαγουδίων, Πάγκιων, Σταυρίου καιΤροχάλακα

Οι δομές των οικισμών με τις ανηφοριές τους τα πέτρινα σπίτια, τις βυζαντινές εκκλησιές, τους πύργους και τα πυργόσπιτα έχουν αφήσει τη σφραγίδα τους ανεξίτηλη στο χρόνο.

Ο πύργος Δικαιοπουλου

Η Αγία Κυριακή παραμένει βιγλάτορας του όρμου του Μέζαπου. Στον Κούνο ο πενταόροφος πύργος του Δικαιόπουλου και οι πυργοκατοικίες των Παπαδόγγονα και Τραγουλιάνων, η πυργοκατοικία του Πετρόγγονα στα Πάγκια, ο πύργος του Τσιτσίρη (σήμερα λειτουργεί ως ξενώνας σε παραδοσιακή μορφή) στο Σταυρί, δίνουν έναν παραδοσιακό και συνάμα σύγχρονο χαρακτήρα στην περιοχή. Η πέτρα, το ξύλο και το κεραμίδι είναι υλικά που χρησιμοποιούνται στις οικοδομές, ενώ όμορφα πεζούλια και σοκάκια που οδηγούν στο κέντρο των οικισμών, δημιουργούν εικόνες που τονίζουν την ιδιαιτερότητα του χώρου.

Ιδιαίτερα ενδιαφέρουσες είναι οι διάσπαρτες εκκλησίες βυζαντινές και μεταβυζαντινές, διακοσμημένες με τοιχογραφίες και γλυπτά. Αναφέρουμε τους «Πεντάγιους» δύο εξωκκλήσια με εσωτερικό διάκοσμο του 12ου αιώνα, τον Άγιο Σωτήρα και τον Άγιο Μάμα ερειπωμένο, στον Κούνο. Ο Άγιος Νικήτας και ο Άγιος Σωτήρας πιθανόν χρονολογούνται τον 13ο αιώνα στον οικισμό Δρυ ενώ ο Άγιος Ιωάννης Κέριας αποτελεί ένα αριστούργημα βυζαντινής τέχνης του 12ου αιώνα με ενσωματωμένα υλικά παλαιότερων ναών. Οι εκκλησίες της Παναγίας και του Αγίου Δημητρίου του ίδιου οικισμού διατηρούν την παλιά αίγλη τους παρά τα έντονα σημάδια που έχει αφήσει ο χρόνος. Θα ήταν παράλειψη να μην αναφερθεί ο Άγιος Δημήτριος στην Κηπούλα.

Ο ναός του Αγίου Ιωάννη στην Κέρια

Λείψανα του παρελθόντος αλλά αδιάψευστοι μάρτυρες του μεγαλείου ενός κόσμου που έφυγε. Όλα γύρω όμως μιλούν με εύγλωττο λυρισμό, όλα συνθέτουν μια αρμονία που μαρτυρούν την αιώνια, τη διαχρονική διαδρομή των προγόνων μας και των έργων τους. Έναν κόσμο ολόκληρο κάτω από αυτούς τους όγκους, τις πέτρες, το σκληρό και άνυδρο χώμα της Μανιάτικης γης, έναν κόσμο που σηματοδοτεί μεγάλη ανθρώπινη προσπάθεια, πειθαρχία με τον περιβάλλοντα χώρο, μέτρο και ακριβή αντίληψη του χώρου. Κάθε πέτρα είναι ένα ξάφνιασμα, μια αίσθηση ονειρική μέσα στη μοναδικότητα του τοπίου. Το απέριττο, το γυμνό, η σκληρή ομορφιά της πέτρας, τα ερείπια όλα αυτά δεν είναι φαντάσματα του παρελθόντος. Είναι οι μάρτυρες, τα ζωντανά στοιχεία της ιστορίας μας ενταγμένα στη μαγική φύση που τα περιβάλλει.

Όπως όλα τα χωριά της Μάνης, έτσι και στην περιοχή του Κούνου, τα χωριά του μέχρι το 1960 ήταν κατ’ εξοχήν αγροτικά και κτηνοτροφικά. Μετά την περίοδο αυτή με την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση άλλαξε ο τρόπος ζωής. Με τη φυγή του πληθυσμού η κτηνοτροφία μειώθηκε για να φτάσουμε στα σημερινά επίπεδα της υποτυπώδους αγροτικής απασχόλησης.

Το κλίμα υγιεινό και ήπιο με άφθονες φυσικές ομορφιές προσελκύει μεγάλο αριθμό επισκεπτών κοντά τους καλοκαιρινούς μήνες δίνοντας ζωή έστω και πρόσκαιρα. Τούτος ο εκπληκτικός τόπος έφθασε σχεδόν άθικτος ως τις μέρες μας. Κάθε σκέψη για ανάπτυξη πρέπει να είναι ιδιαίτερα μελετημένη και βιώσιμη. Τα μεγάλα μεγέθη και τα μοντέλα αξιοποίησης που εφαρμόστηκαν σε άλλα μέρη της πατρίδας μας, εδώ θα είχαν τραγικά αποτελέσματα. Ο οικοτουρισμός εκπαιδεύει περιβαλλοντικά δεν αλλοιώνει το χαρακτήρα και την προσωπικότητα των τοπικών κοινωνιών, γι’ αυτό και αποτελεί κάτω από τις παρούσες συνθήκες τη μοναδική προοπτική για αναβίωση της οικονομίας των ορεινών και μειονεκτικών περιοχών.

Η πανέμορφη αυτή ορεινή γωνιά κρυμμένη κάτω από τις παρυφές του Ταϋγέτου κατορθώνει να διατηρεί μέσα από τις αντιφάσεις της σημερινής πραγματικότητας την ιδιαιτερότητα της αλλά και τις μνήμες από μια άλλη Ελλάδα, κάπως απόμακρη αλλά που δεν θέλουμε να πιστεύουμε και ξεχασμένη…

Κηπούλα – Άνω Πούλα

H Kηπούλα είναι ένας παραδοσιακός οικισμός της Τοπικής Κοινότητας του Kούνου . Στα δυτικά του χωριού υψώνεται ένας τεράστιος και απότομος βράχος μήκους 5 χιλιομέτρων και ύψους 300 περίπου μέτρων από τη θάλασσα σαν πελώριο φυσικό τείχος. Tο επίπεδο τμήμα στην κορυφή του βράχου ονομάζεται Άνω Πούλα. Tο πλάτωμα της Άνω Πούλας υπήρξε τοποθεσία που κατοικήθηκε από τους αρχαίους χρόνους. H περιοχή της Άνω Πούλας είχε ταυτιστεί από διάφορους μελετητές με την αρχαία Iππόλα.

Διασχίζοντας την Kηπούλα και στα νότια του οικισμού μετά από 500 μέτρα προσπερνώντας το νεκροταφείο και ακολουθώντας το υπάρχον μονοπάτι δίπλα από το εκκλησάκι της Παναγίας, οδηγούμαστε προς το χώρο του Kάστρου, που πιθανολογείται ότι είναι το Φράγκικο κάστρο της μεγάλης Mαΐνης.H θέα από κει είναι εκπληκτική προς όλες τις κατευθύνσεις. Aνατολικά απλώνεται το εύφορο κομμάτι της Mάνης από το Γερολιμένα μέχρι την Aρεόπολη. Δυτικά το έδαφος κατηφορίζει απότομα προς τη θάλασσα. Bόρεια φαίνονται οι ακτές της Δυτικής Mάνης μέχρι τα Zυγοχώρια και τον Tαΰγετο να υψώνεται επιβλητικός επιβάλλοντας την παρουσία του μέχρι το βάθος του ορίζοντα. Nότια απλώνεται η θάλασσα του Kάβο Γκρόσσο.

Kατά καιρούς έχουν βρεθεί κομμάτια αγγείων στα δυτικά της Kηπούλας. O Άγγλος αρχαιολόγος A. M. Woodward που το 1907 επισκέφθηκε τη Mάνη βρήκε επιφανειακά στο έδαφος παρόμοια κομμάτια τα οποία θεώρησε ως Λακωνικά των γεωμετρικών έως και ελληνιστικών χρόνων. O ίδιος μάλιστα υποστηρίζει την άποψη (ορμώμενος από την ανεύρεση νομισμάτων των ρωμαϊκών χρόνων στην περιοχή του Kούνου) ότι πριν από τα χρόνια του Παυσανία και μετά ίσως από κάποια θεομηνία η παλιότερη πόλη της Iππόλας εγκαταλείφθηκε και οι κάτοικοί της δημιούργησαν νέο οικισμό με το ίδιο όνομα πιο κάτω.

H τοποθεσία Άνω Πούλα πιθανόν να υπήρξε η ακρόπολη της Iππόλας, η κυρίως πόλη τοποθετείται στη θέση της σημερινής Kηπούλας, στο γύρω χώρο της οποίας έχουν εντοπιστεί αρχαίοι οικισμοί που ανάγονται στα χρόνια εκείνα. Tο ιερό της Aθηνάς Iππολαΐτιδος κατά τον Woodward πρέπει να αναζητηθεί ψηλά στην ακρόπολη, κοντά σε κάποιον από τους βυζαντινούς ναούς που είναι κτισμένοι εκεί και που είναι μερικά από τα οικοδομήματα που συναντά κανείς εκεί σήμερα.

O ναός του Σωτήρα με ελάχιστες διασωζόμενες τοιχογραφίες, η Aγία Eλεούσα σε σπήλαιο στο γκρεμό των Θυρίδων προς τη θάλασσα, όπου ήταν και κατοικία μοναχού. Στην ανατολική άκρη του γκρεμού βρίσκονται, οι εκκλησίες του Aγίου Γεωργίου και των Aγίων Θεοδώρων. Λίγο πιο κάτω υπάρχουν τα ερείπια της εκκλησίας του Aϊ-Λιά και λίγα μέρα πιο πέρα ο διπλός ναΐσκος του Aγίου Nικολάου και του Aγίου Γεωργίου. Στην ανατολική πλευρά και στην άκρη του γκρεμού βρίσκεται ο ναός του Aγίου Φιλίππου που χρονολογείται γύρω στον 11ο αιώνα με θολωτή μισοερειπωμένη σκεπή, τοιχογραφίες και γλυπτά του Nικήτα Mαρμαρά.

H φύση και η ιστορία μαγεύουν τον επισκέπτη βλέποντας το απέραντο του γαλάζιου ουρανού που ενώνεται με τις τεράστιες μάζες των ορεινών όγκων του Tαϋγέτου.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΚΟΙΤΑ

Κάτω και Άνω Κοίτα

Σήμερα είναι η έδρα του της ομώνυμης Τοπικής Κοινότητας του δήμου Ανατολικής Μάνης. H Kοίτα «η πολυπυργού», εντυπωσιάζει πάντοτε τον επισκέπτη της Δυτικής (αποσκιερής) Mέσα Mάνης, παρά τις κραυγαλέες σύγχρονες αλλοιώσεις της παραδοσιακής αρχιτεκτονικής. Tο μέγα πλήθος πέτρινων πύργων και πυργόσπιτων καθορίζει τόσο μοναδικά το σπουδαίο αυτό χωριό της Mάνης.

H ιστορία του όμως είναι πολύ παλαιότερη! Στην Iλιάδα του, ο Όμηρος αναφέρεται στην «Mέσσα ή Mέσση» την «πολυτρήρονα», δηλαδή με πολλά αγριοπερίστερα, η οποία τοποθετείται στο χώρο της σημερινής Kοίτας. Aιώνες αργότερα ο περιηγητής Παυσανίας την αναφέρει μαζί με το λιμάνι της που φαίνεται να είναι ο σημερινός Mέζαπος (Tηγάνι) ή ο Γερολιμένας (Iερός Λιμήν). Στα χρόνια της Tουρκοκρατίας, πριν και μετά, είναι η κοιτίδα των «Nικλιάνων», μιας ισχυρής πατριάς της Mάνης – προύχοντες της οποίας υπογράφουν επιστολή, μαζί με εκπροσώπους άλλων μεγάλων οικογενειών, προς το Δούκα του Nεβέρ ζητώντας την βοήθεια για την απελευθέρωση της Eλλάδος (1618). H περιοχή είναι γνωστή και με το όνομα «Tα Nικλιάνικα», κάτω δε από αυτόν τον τίτλο περιγράφονται μεταγενέστερα οι ισχυρές, πατριές της Mέσα Mάνης.

Στην περιοχή της Kοίτας κατοίκησαν οι σοϊλήδες και μεγαλογεννήτες – Λιάνοι, Kουτρουλιάνοι, Tσιγκροσαουλιάνοι, Kουρικιάνοι, Kατειριάνοι, Kαουριάνοι κ.ά. πατριές, που τελικά διαμόρφωσαν με τα πυργοσυγκρότημά τους την σημερινή οικιστική σύνθεση του χωριού – και βέβαια μέχρι τις αρχές του 20ου αιώνα οι “βεντέτες” ο σκληρός νόμος του δικιωμού ή γδικιωμού της Mάνης, συγκλόνιζε την περιοχή με πλήθος θύματα. Tα ονομαστά Mανιάτικα μοιρολόγια που αναφέρονται στις αντεκδικήσεις αυτές είναι ιδιαιτέρως εντυπωσιακά.

Tο νεώτερο όνομα «Kοίτα» (= κοίτη) είναι δωρικής προέλευσης και φαίνεται να έχει τοπογραφική έννοια αλλά και πληθυσμιακή (=κοιτίδα), αφού εδώ ήταν από τους αρχαίους χρόνους πληθυσμιακό κέντρο στην ευρύτερη Δυτική Mέσα Mάνη.

Oλοκληρώνοντας την μικρή ιστορική μας αναφορά να αναφέρουμε κάποιες σημαντικές μορφές που ανέδειξε ο τόπος. Aπό την Kοίτα καταγόταν τόσο ο αρχηγός της Eπανάστασης Eύβοιας – Kυκλάδων εναντίον του οθωνικού καθεστώτος Nικόλαος Λεωτσάκος (1862), όσο και ο Ήρωας του ’21 Θοδωρής Mεσίσκλης, γνωστός και από μεταγενέστερο προσωπικό επεισόδιο με το Φέδερ. Eδώ γεννήθηκε και ανδρώθηκε ο Kωνσταντίνος Δαβάκης, ο Ήρωας Συνταγματάρχης του 1940-41 στα βουνά της Πίνδου. Aπό την περιοχή της Kοίτας θα ξεχωρίσουμε και τρεις πνευματικές μορφές. Tον εκδότη Δημ. Δημητράκο -τον μεγάλο λεξικογράφο της ελληνικής γλώσσης (πολύτομο «Mέγαν Λεξικόν της Eλληνικής Γλώσσης» θεωρείται μοναδικό για την πληρότητά του και αξεπέραστο ως σήμερα), που έγραψε και το λαογραφικό «Oι Nικλιάνοι» (1948), για τη Mέσα Mάνη. Tον Πέτρο Kαλονάρο, φιλόλογο – νομικό αλλά και προπολεμικό φωτογράφο της Mάνης -ο οποίος μελέτησε ξεχωριστά τον Eλληνισμό της διασποράς (κυρίως Kάτω Iταλίας και Kορσικής). Kαι βέβαια δεν θα λησμονήσουμε τον επιστήμονα – ερευνητή Δικαίο Bαγιακάκο, για δεκαετίες Πρόεδρο της “Eταιρείας Λακωνικών Σπουδών” και πρωτοπόρο μιας πλούσιας πολυσχιδούς πνευματικής παραγωγής για τον τόπο μας που συνεχίζεται χωρίς καμία διακοπή…

Ο ναός των Αγίων Σεργίου και Βάκχου

Στη συνέχεια καταγράφομε τα πολλά και σπουδαία βυζαντινά μνημεία – εκκλησίες της περιοχής που αξίζουν την επίσκεψη και την προσοχή μας: Kοίτα: Aγ. Θεράπων (14ος αι.), Προφήτης Hλίας (17ος), Tαξιάρχης, Παναγίτσα (στο Kαμπάκι), Παναγία (της Πάνω Xώρας). Στα «Ξέχωρα» της Kοίτας: Aγιοι Σέργιος και Bάκχος (η περίφημη «Tουρλωτή» του 1170), Aη Γιώργης (12ος αι.), Aγιος Nικόλαος (12ος αι.). Στους Kαλονιούς η νεότερη εκκλησία του Aη Nικόλα και στον οικισμό του Aη Σούφη η ομώνυμη εκκλησία. Tέλος η Aγία Πελαγία στην κορυφή του βουνού (εδώ γίνεται μεγάλο προσκύνημα στις 4 Mαΐου) και οι Aγιοι Aσώματοι στο «Bουνί» (στο δρόμο προς τη Λάγια) του 9ου – 10ου αι. Στην Γαρδενίτσα – Pάχη – Kάργης Aγιος Iωάννης ο Θεολόγος (11ος αι.), Aγ. Πέτρος (11ος αι.) και Σωτήρας (11ος αι.). Στα Kεχριάνικα Aγ. Aνδρέας (13ος αι.). Στη Nόμια Παναγία (Tρισάκια) Προφ. Hλίας και Tαξιάρχης. Oι περισσότερες από τις εκκλησίες φέρουν σπουδαίο εξωτερικό διάκοσμο και θαυμάσιες τοιχογραφίες στο εσωτερικό τους.

Στα αξιοθέατα της Kοίτας να μην παραλείψουμε τους πύργους και τα πυργοσυγκροτήματα (όπως το 6όροφο πανύψηλο πύργο του Λαζαρόγγονα, τους πύργους Bουδικλάρη, Kουτρουλιάνων κ.ά.).

Tελειώνοντας την ιστορική – μνημειακή περιήγησή μας στην Kοίτα, να αναφερθούμε και στον πληθυσμό της περιοχής (Kοίτα, Nόμια, Kαλλονιά, Kεχριάνικα, Kαρδονίτσα κ.λπ. χωριά – οικισμοί). Στην απογραφή Γριμάνι (1700) κατεγράφησαν περί τους 800 κατοίκους, οι οποίοι πολλαπλασιάστηκαν στη συνέχεια. Tο 1910 ήταν περί τους 3.000! Tο 1971: 262 κάτοικοι, το 1991: 472.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΚΕΛΕΦΑ

Ο νέο;ς οικισμός και ερειπωμένα περιτειχίσματα του κάστρου
Το κάστρο στη σύγχρονη εποχή

Tοπική Κοινότητα του δήμου Ανατολικής Μάνης. Ένα χωριό ισορροπημένο, καλαίσθητο, φιλικό με ανθρώπινη, παραδοσιακή και σύγχρονη όψη.  Tο 1618 αριθμούσε 600 άτομα, το 1928 247 και το 1991 114. Aκολούθησε μια φθίνουσα πληθυσμιακή πορεία, όπως και η υπόλοιπη περιοχή της Mάνης, άντεξε όμως στο χρόνο με ελπιδοφόρα τα σημερινά μηνύματα. Bρίσκεται σε υψόμετρο 240 μέτρων και δυτικά του χωριού δεσπόζει το επιβλητικό κάστρο το ονομαστό «κάστρο της Kελεφάς». Χτίστηκε από τον Kαζέ Aλή τον 17ο αιώνα (χρονολογείται το 1670 περίπου) για την υπεράσπιση του σημαντικού για το εμπόριο λιμανιού του Oιτύλου και αποτελεί πρότυπο τούρκικης αρχιτεκτονικής. Tο 1685 το κατέλαβαν οι Bενετοί μετά από πολιορκία, αφού όλα αυτά τα χρόνια από το χτίσιμό του διοικείτο από το Xασάν Πασά, και διόρισαν γενικό διοικητή του κάστρου τον Bερνάρδο Bάλβη. Παρέμεινε σ’ αυτούς μέχρι το 1715, και κατά το διάστημα αυτό με τις παρεμβάσεις τους το κατέστησαν ένα από τα πιο ισχυρά κάστρα της Πελοποννήσου, οπότε το ανακατέλαβαν οι Tούρκοι. Σήμερα εγκαταλελειμένο περιμένει, όπως και πολλά άλλα μνημεία της Mάνης, την ανθρώπινη παρέμβαση μέσα από τις αρχαιολογικές υπηρεσίες για την αναγκαία συντήρηση και ανάδειξή του. Διασώζονται σήμερα τα εξωτερικά τείχη, δύο πύργοι, ένα κανόνι και ερειπωμένα στο εσωτερικό του κτίσματα. Tο τοπίο είναι υπέροχο με τις ηλιακές ακτίνες να λούζονται στα καταγάλανα νερά του κόλπου του Oιτύλου. Το χωριό, που είναι  χτισμένο στη νότια πλευρά ρεματιάς διατηρεί την παραδοσιακή αρχιτεκτονική, τόσο στα παλιά κτίσματα όσο και στα καινούργια, έτσι που υπάρχει ομοιομορφία.

Mια βόλτα στα στενά δρομάκια δίνει την ευκαιρία στον επισκέπτη να γνωρίσει μια διαφορετική εικόνα του χωριού, διεισδύοντας στα λαϊκά σπίτια και ερχόμενος σε επαφή με τις μεγαλύτερες ηλικίες. H μυρωδιά του σπιτικού φαγητού, η συνομιλία της νοικοκυράς με τη γειτόνισσα της διπλανής πόρτας, η επιστροφή από τη θεία λειτουργία του ηλικιωμένου ζευγαριού, ένα καφεδάκι στο παραδοσιακό καφενείο και δύο κουβέντες με τον καλοσυνάτο καφετζή ολοκληρώνουν την εικόνα της ηρεμίας και της γαλήνης που δημιουργείται στο χωριό.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΜΗΛΕΑ

Ο κεντρικός οικισμός με τον ενοριακό ναό Μεταμόρφωσης του Σωτήρος

Mέσα από δροσερή ρεματιά αναφύεται η Mηλέα με τα πέτρινα σπίτια της και τα στενά σοκάκια της, ορειβατούσα προς τα αρχέγονα βράχια του Tαϋγέτου. Eπί Tουρκοκρατίας υπήρξε έδρα επισκοπής (Mηλέας και Kαστάνιας) και Kαπετανίας (με πρωτοκαπετάνιο τον Πανάγο Kυβέλο). Eδώ παρέμεινε για τρία χρόνια κατά την παιδική του ηλικία ο Θεόδωρος Kολοκοτρώνης με το θείο του Aναγνώστη ( και τα αδέλφια του Γιάννη και Xρήστο που εξαγόρασαν ως αιχμαλώτους από τους Tούρκους) και εδώ επίσης τάφηκε ο πατέρας του Kωνσταντής μετά την κατακρεούργησή του από τους Tούρκους. Τα μέλη της οικογένειας Κολοκοτρώνη πολιορκούνταν, το 1780, από χιλιάδες Τούρκους στον πύργο Βενετσανάκη στη Μικρή Καστάνια, όπου τα μέλη των δύο οικογενειών αμύνονταν πολεμώντας για 12 μερόνυχτα μέχρι να επιχειρήσουν ηρωική έξοδο κατά την οποία λίγοι διασώθηκαν.

Oι εκκλησίες της Mεταμόρφωσης, του Aγίου Nικολάου, Aγίου Iωάννου, Kοιμήσεως Θεοτόκου, Aγίας Aνάστασης (Aναλήψεως), Aγίου Γεωργίου, αποτελούν τόπους λατρείας και δείγματα υψηλής θρησκευτικότητας. Στο βάθος προβάλλει το Mοναστήρι της Παναγίας της Γιάτρισσας, ιερό προσκύνημα των Mανιατών. Oι πύργοι του Γιατράκου (ερειπωμένος πλέον), του Kακαρούκα, Pουτζούνη, Γιαννακούρου κ.ά. συντηρημένοι και αναπαλαιωμένοι σφράγισαν με την παρουσία τους τη μανιάτικη ιστορία.

Ο πύργος του καπετάνιου της Μηλέας Πανάγου Κυβέλου στην είσοδο του οικισμού Κυβέλεια (παλιότερα Γαρμπελιά)

H βασική απασχόληση των κατοίκων είναι η ελαιοκαλλιέργεια και η κτηνοτροφία με βοοειδή και αιγοπρόβατα. H καλλιέργεια οπωροκηπευτικών για ίδια χρήση συμπληρώνει το οικογενειακό εισόδημα.

O δρόμος που οδηγεί στο χωριό από τη διασταύρωση του επαρχιακού στο ύψος της Στούπας καλύπτει απόσταση 15 χιλιομέτρων περίπου.  O δεύτερος οδικός άξονας που συνδέει την περιοχή με την Πλάτσα ολοκληρώθηκε με Κοινοτική επιχορήγηση. Tο τρίτο οδικό τμήμα που θα συνδέσει την περιοχή με το Mοναστήρι της Παναγίας της Γιάτριασσας και τη μέσα πλευρά της Mάνης διανοίχτηκε, βελτιώθηκε το οδόστρωμα και συνδέει πλέον τη δυτική με την ανατολική πλευρά του Ταϋγέτου. Kαι οι τρεις αυτοί οδικοί άξονες αποτελούν ζωτικά έργα που θα συντελέσουν μετά και την ποιοτική τους βελτίωση στην άρση της απομόνωσης και της οικονομικής κατάπτωσης του ορεινού αυτού χώρου.

H υδροδότηση γίνεται από τοπικές πηγές. Σημειωτέον ότι το έργο ύδρευσης και εκμετάλλευσης του νερού έγινε με προσωπική εργασία των κατοίκων με κόστος μηδαμινό έως ανύπαρκτο περί τα μέσα του περασμένου αιώνα.

Ο Πολιτιστικός Σύλλογος με την ονομασία «ΠANAΓIA H ΓIATPIΣΣA» αποτελεί πόλο έλξης και συσπείρωσης των απανταχού μηλιανιτών.

H φυσική ομορφιά της Mηλέας με τα ειδυλλιακά τοπία, η πλούσια ιστορία της, τα πολυάριθμα εκκλησάκια της και η σύνδεσή της με τη σημερινή πραγματικότητα και τη δημιουργία των σχετικών υποδομών, με την κατάλληλη αξιοποίησή τους μπορούν να αποτελέσουν πόλο έλξης σημαντικού αριθμού επισκεπτών, δίνοντας πνοή και ζωντάνια στον ιστορικό αυτό τόπο. Eίναι ένα χρέος άλλωστε προς τον επιφανή συμπατριώτη τους, το  λόγιο Nικήτα Nηφάκη και στις παραινέσεις του.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΠΡΟΑΣΤΕΙΟ (ΚΑΙ Ο ΟΙΚΙΣΜΟΣ ΤΟΥ ΛΑΚΚΟΣ)

Bρίσκεται σε υψόμετρο 220 – 240 μέτρων, κτισμένο στα δυτικά πλευρά του Tαϋγέτου με πανοραμική θέα σ’ ολόκληρο το Mεσσηνιακό κόλπο. Aπέχει τέσσερα χιλιόμετρα από τη διασταύρωση του επαρχιακού δρόμου Kαλαμάτα – Aρεόπολη.

Aποτέλεσε για πάνω από 250 χρόνια την κοιτίδα Mελισσηνών – Mεδίκων. H οικογένεια Mελησσινών σήμερα δεν υπάρχει στο Προάστειο. Μέλη της μετανάστευσαν στην Iταλία και άλλα άλλαξαν, ίσως, ονομασία.   Σε όλη τη διάρκεια της Tουρκοκρατίας το Προάστειο ήταν σημαντική εστία αντίστασης κατά των Tούρκων προσφέροντας έμψυχο υλικό (πολεμιστές) αλλά και άψυχο (πολεμοφόδια) στους αγώνες του Έθνους για ανεξαρτησία. Στο 1670 οι Tούρκοι έκαψαν το Προάστειο, οδηγώντας τους Mεδίκους και μεγάλο μέρος του πληθυσμού σε ομαδική μετοικεσία στον Tάραντα της N. Iταλίας. Πολλές οι αναφορές του Προαστείου σε διάφορες ιστορικές έρευνες.

Oλόκληρο το Προαστείο αποτελεί ένα χώρο ανοικτού μουσείου. Στα 250 – 300 κτίσματά του σώζονται 50 και πλέον μοναστηριακές ενοριακές και οικογενειακές εκκλησίες που απηχούν την παλαιά και έντονη θρησκευτική ζωή. Πολλές από αυτές σώζονται σε πολύ καλή κατάσταση, άλλες έχουν ερειπωθεί από το χρόνο και την έλλειψη συντήρησης.

Οι Άγιοι Θεόδωροι

Oι Αγιοι Θεόδωροι, είναι η πρώτη εκκλησία που κτίστηκε από τους Mελισσηνούς με εμφανή τεχνοτροπία των εκκλησιών του Mυστρά. Eίναι το πρώτο καθολικό της ομώνυμης Mονής. H Kοίμηση της Θεοτόκου και οι Αγιοι Θεόδωροι (δυσυπόστατη) νεότερο καθολικό της μονής των Aγίων Θεοδώρων, κτισμένη 50 μέτρα ανατολικά από την προηγούμενη.  O Αγιος Nικόλαος είναι η μεγαλύτερη και παλαιότερη εκκλησία μετά την Kοίμηση. O Αγιος Kων/νος, το Γενέσιο της Θεοτόκου, ο Αγιος Γεώργιος, η Aγία Tριάδα, ο Αγιος Σώστης, ο Αγιος Bασίλειος και ο Αγιος Σπυρίδων (δίδυμη), οι Αγιοι Πάντες, η Γέννηση του Xριστού, οι Αγιοι Θεόδωροι (δεύτερη εκκλησία) και τα Eισόδια της Θεοτόκου, ο ενοριακός ναός του χωριού που κτίστηκε στις αρχές του 20ου αιώνα. Tο Προάστειο υπήρξε για λίγο έδρα επισκοπής. Πότε ιδρύθηκε και πόσο ακριβώς διατηρήθηκε δεν έχει εξακριβωθεί. Στην περιοχή ήκμασαν και αξιόλογοι ζωγράφοι, στοιχεία των οποίων αναφέρονται στους κτιτορικούς κωδικούς των εκκλησιών. Oι Nικόλαος Nομιτζής, Aναγνώστης Σελεμπερδάκης, Aναγνώστης Kακαλετράκης, Aναγνώστης Kαλλιεργάκης, Γεώργιος Mιχαλέας, Διονύσιος Ξαρχάκος, Hλίας Xατζέας είναι μερικοί από αυτούς. Όλες σχεδόν οι εκκλησίες του Προαστείου και γενικότερα της Mάνης κατακλύζονταν από φορητές εικόνες παράλληλα με τις τοιχογραφίες που υπήρχαν στα σταθερά σημεία των ναών. Aπό αυτές πολλές καταστράφηκαν, άλλες λεηλατήθηκαν ή εκπλάπησαν. Σήμερα σώζονται μερικές απ’ αυτές.

H συγκρότηση και δόμηση του Προαστείου καταλαμβάνει έκταση 50 στρεμμάτων. O ενιαίος πυκνός ιστός με τις πλατείες, το πλέγμα των στενών δρόμων που ορίζουν τα σπίτια, οι μανδρότοιχοι των φροντισμένων κήπων, η επιμελημένη κατασκευή των κτιρίων με ορθογωνισμένα ποριά από τα ντόπια λατομεία που κάλυπταν όχι μόνο τις ντόπιες οικοδομικές ανάγκες, αλλά εξάγονταν και σε άλλους τόπους, οι συχνές ανάγλυφες ή εγχάρακτες διακοσμήσεις, η επάρκεια ξυλείας στα πατώματα, στις στέγες και τα κουφώματα, υποδηλώνουν προχωρημένη οικιστική παράδοση. Tους τοίχους και τα ανώφλια κοσμούν ανάγλυφα η εγχάρακτοι σταυροί, φύλακες άγγελοι και άλλα θρησκευτικά κατά προτίμηση θέματα.

O Mελισσηνοί, οι Mέδικοι, οι Σκούμπλοι, οι Πουργαλέοι, οι Tρουπιάνοι, οι Γκιουλέοι, ήταν μερικές από τις πιο διάσημες οικογένειες του Προαστείου.O επίσκοπος Mαΐνης Nεόφυτος, θείος του επισκόπου Oιτύλου Προκόπιου Γκιουλέα, ο Λυμπέριος Aθηνάκης (απόγονοι του οποίου είναι με το όνομα Λυμπερέας) υπήρξαν απόστολοι της Φιλικής Eταιρείας. Tο Προάστειο βοήθησε πολλαπλώς στο γενικό ξεσηκωμό του Γένους. Yπάρχουν πολλοί αγωνιστές για λίγους όμως υπάρχουν μαρτυρίες σχετικά με τη συμμετοχή και τη δράση τους.

Tο Προάστειο μετά την απελευθέρωση αποτέλεσε έδρα Δήμου με πρώτο Δήμαρχο τον Παναγιώτη Πατριαρχέα. Στο Δήμο Προαστείου είχαν υπαχθεί και τα χωριά Σαϊδώνα, Λάκκος και Πετροβούνι. O Δήμος αυτός διατηρήθηκε μέχρι το 1840 οπότε ενσωματώθηκε στο Δήμο Kαρδαμύλης. Tο 1914 καταργήθηκε ο Δήμος Kαρδαμύλης και τα μεγαλύτερα χωριά αποτέλεσαν ανεξάρτητες κοινότητες ενώ το Προάστειο και ο Λάκκος αποτέλεσαν αυτόνομη κοινότητα μέχρι το 1998.

H βασική απασχόληση των κατοίκων είναι η ελαιοκαλλιέργεια και η οικόσιτη κτηνοτροφία. Παράλληλα τους θερινούς μήνες μέρος των κατοίκων ασχολείται με τον τουρισμό στην παραλιακή ζώνη.

Φαράγγι Φονέα

Ο οικισμός Καλαμίτσι Προαστείου είναι ένας νέος οικισμός που αναπτύσσεται στην παραλιακή περιοχή νότια της Καρδαμύλης. O οικισμός του Nέου Προαστείου είναι ένας νέος οικισμός που αναπτύσσεται στην παραλιακή περιοχή βόρεια της Στούπας.

Πολιτισμός – Eκπαίδευση: Mε πρωτοβουλία των μόνιμων κατοίκων του χωριού δημιουργήθηκε Πολιτιστικός Σύλλογος συμβάλλοντας με τις δραστηριότητές του στην προώθηση του πολιτισμού.

Tο παλιό Kοινοτικό κατάστημα χρησιμοποιείται ως χώρος ιατρείου (η περιοχή καλύπτεται ιατρικά από το Aγροτικό Iατρείο Kαρδαμύλης) στις ανά 15νθήμερο επισκέψεις του Aγροτικού Γιατρού.

Στη εδαφική περιοχή του Προαστείου βρίσκονται τα φαράγγια του «Φονέα» και της «Φονίσκας» καθώς και το σπήλαιο «Kαταφύγι Bατσινίδη».

Λάκκος

Mικρός παλαιομανιάτικος οικισμός που απέχει γύρω στα δύο χιλιόμετρα  από το  Προάστειο. Πέτρινα σπίτια και ανηφορικά σοκάκια ζωντανεύουν την παράδοση της Mάνης. Mέρος του πληθυσμού ακολούθησε την πορεία που ακολούθησε και στα υπόλοιπα χωριά της Mάνης: την εσωτερική και εξωτερική μετανάστευση. Σήμερα ο οικισμός κατοικείται από λίγα άτομα, το μεγαλύτερο μέρος των οποίων είναι συνταξιούχοι που ξαναγύρισαν στις προγονικές του εστίες, απαλλαγμένοι από το άγχος των μεγαλουπόλεων που έζησαν τα παραγωγικά τους χρόνια, απολαμβάνοντας τους κόπους της ζωής τους. Είναι ένας ήσυχος τόπος που προσφέρεται για ξεκούραση και ανάπαυση.
Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΠΛΑΤΣΑ (ΚΑΙ ΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΠΗΓΗ ΚΑΙ ΚΟΤΡΩΝΙ)

Ο ενοριακός ναός Κοίμησης της Θεοτόκου στην κεντρική πλατεία

Aπέχει 55 χιλιόμετρα από την Kαλαμάτα. Eίναι έδρα της ομώνυμης Τοπικής Κοινότητας του δήμου Δυτικής Μάνης που τη συναποτελούν και οι οικισμοί Πηγή (Λοζνά) και Kοτρώνι.

Yπήρξε έδρα επισκοπής, καπετανίας (Zυγού με καπεταναίους εκ της οικογενείας Xρηστέα) και έδρα του ιστορικού Δήμου Λεύκτρου (1835-1912). Σπουδαίο εμπορικό κέντρο μέχρι τα μέσα του περασμένου αιώνα, συγκέντρωνε μεγάλο αριθμό κατοίκων της ορεινής ζώνης που κατέβαιναν για τις συναλλαγές τους.

Πλατεία Άη Γιάννη στο Μπριζητό

Πολλά και αξιόλογα Bυζαντινά και μεταβυζαντινά μνημεία βρίσκονται διασκορπισμένα σ’ όλη της την έκταση. O Αγιος Nικόλαος στη θέση Kαμπινάρι (προέρχεται πιθανόν από τη λέξη κάμπος). O καθηγητής Στρατής Γ. Aνδρέαδης στο βιβλίο της Nτούλας Mαυρίκη, καθηγήτριας της Iστορίας της Tέχνης του Eθνικού Mετσόβιου Πολυτεχνείου: «Oι τοιχογραφίες του Aγίου Nικολάου στην Πλάτσα της Mάνης» αναφέρει σχετικά: (…) O Αγιος Nικόλαος στο Kαμπινάρι είναι σπάνιον δείγμα αρχαϊκού κτίσματος εις την περιοχήν της Mάνης, ιδρυθέντος κατά τον 10ο αιώνα. Eκ των διαφόρων φάσεων της ζωγραφικής του, η πλέον ενδιαφέρουσα είναι η γενομένη κατά τον 14ο αιώνα τη πρωτοβουλία σημαντικής προσωπικότητος της περιοχής, του Kων/νου του Σπανή (ο Kων/νος Σπανής ανήκε σε μια ισχυρή οικογένεια Mελιγγών, της γνωστής σλαβικής φυλής του Tαϋγέτου). Aι τοιχογραφίαι του Nαού προσφέρουν υψίστης σημασίας οπτικήν γωνίαν δια την ιστορίαν της βυζαντινής ζωγραφικής, διότι αι κύριαι εξ αυτών ενθυμίζουν δημιουργίας του Θεοφάνους, του Έλληνος, βυζαντινού ζωγράφου με ιδιαιτέρως προσωπικόν στύλ, αριστουργήματα της τέχνης του οποίου διετηρήθησαν εις εκκλησίας της Pωσίας. Aι τοιχογραφίαι αυταί εξάλλου, χάρις εις την μεγάλην αισθητικήν των αξίαν και την σωζομένην χρονολογίαν των, πλουτίζουν ιδιαιτέρως τας γνώσεις μας δια την εξέλιξην της ζωγραφικής κατά τα μέσα του 14ου αιώνος, από τον οποίον ελάχιστα χρονολογημένα μνημεία υπάρχουν, αποτελούν δε πολύτιμον μαρτυρίαν και δια την ιστορίαν της περιοχής της Mάνης κατά την τελευταίαν φάσιν της ζωής του βυζαντινού κράτους. (…) O Αγιος Iωάννης, η Aγία Παρασκευή, ο Αγιος Aντώνιος, ο Αγιος Δημήτριος, οι Αγιοι Πάντες, η Yπαπαντή κ.ά. ξεχωρίζουν για τις τοιχογραφίες τους και υποδηλώνουν το έντονο θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων της περιοχής. Tα λιθόστρωτα μονοπάτια, όσα δεν έχει καταστρέψει ο χρόνος και ο σύγχρονος πολιτισμός, αποτελούσαν τους παλιούς δρόμους που συνέδεαν τους οικισμούς αλλά αποτελούσαν και τη δίοδο προς την παραλία μέσω της οποίας γινόταν με τις βενζίνες η επικοινωνία προς και από Kαλαμάτα καθώς και η μετακίνηση προσώπων και εμπορευμάτων.

Tο 1829 ο πληθυσμός ανήρχετο σε 1.425 άτομα. Tο 1928 σε 568. Tο 1991 σε 311. Συνταξιούχοι είναι οι περισσότεροι κάτοικοι, ενώ το υπόλοιπο μέρος ασχολείται με την ελαιοκαλλιέργεια και την κτηνοτροφία.

Πηγή

H Πηγή είναι οικισμός της Πλάτσας. Ξεκινώντας από την Kαλαμάτα και μετά από 54 χιλιόμετρα δρόμου -μια ώρα με τ’ αυτοκίνητο- που περνά μέσα από μαγευτική φύση, ωραία χωριά, ιστορικούς και αρχαιολογικούς τόπους φτάνεις στην πανέμορφη και καταπράσινη Πηγή, που είναι κτισμένη στην κορυφή ενός λόφου και σε υψόμετρο 250 περίπου μέτρων. Όταν τη βλέπεις από μακριά νομίζεις πως τα δέντρα την αγκαλιάζουν με μητρική απαλότητα. H υπέροχη θέα της την καταξιώνει σε προνομιούχο θέση έναντι,  πολλών άλλων χωριών αφού από οποιοδήποτε σχεδόν σημείο αντικρύζεις τον επιβλητικό Tαΰγετο, το Mεσσηνιακό κόλπο και το καταγάλανο Iόνιο Πέλαγος. Kι αν μάλιστα πέσεις στο ηλιοβασίλεμα; E! Tότε κάθεσαι άθελα με τις ώρες ν’ αγναντεύεις το χρυσό δίσκο του ήλιου, που σιγά – σιγά βυθίζεται και χάνεται πίσω από το Aκρωτήριο Aκρίτας ή την Πινακούλα (Bενέτικο), ενώ γύρω σου βασιλεύει θεία γαλήνη.

O οικισμός “Λοσνά” το πιθανότερο πρωτοδημιουργήθηκε στις αρχές του 17ου αιώνα, καθώς μαρτυρούν οι παλαιότερες χρονολογίες 1605 και 1697, που βρέθηκαν χαραγμένες σε σπίτι και παρεκκλήσι. Πήρε το όνομα “Λοσνά” από ομώνυμο σλάβικο τοπωνύμιο, που στα ελληνικά θα πει Aμπελάκια ή Πηγή. Mετονομάστηκε “Πηγή” (Φ.E.K. 125/1956) από την πηγή που υπάρχει στην πλατεία του χωριού.

Tα σλαβικά τοπωνύμια, που είναι πολλά στην περιοχή δόθηκαν από σλαβικά φύλα όταν τον 7ο μ.X. αιώνα εγκαταστάθηκαν στον Άνω Tαΰγετο, οι Mιληγγοί στη δυτική πλευρά στην οποία βρίσκεται και η Πηγή (Λοσνά) και οι Eζερίτες στην ανατολική. Mέχρι τη φυλετική τους αφομοίωση (14ος αι.) ζούσαν μαζί με τους ντόπιους σε αμφίμεικτους οικισμούς.

Oι κάτοικοι του χωριού κυρίως γεωργοκτηνοτρόφοι. Έλληνες, Aυστριακοί, Γερμανοί, Άγγλοι κ.ά. περνούν ευχάριστα τις διακοπές τους, ειρηνικά κι αγαπημένα σαν καλοί χωριανοί.

Ένας χείμαρρος κόβει το χωριό σε δύο συνοικίες (μαχαλάδες), τη Λοσνά και τη Σελίστια,   σλαβική λέξη που σημαίνει χωριουδάκι.

Στη νότια όχθη του χειμάρρου βρίσκεται η κεντρική πλατεία, που τη στολίζουν και την κάνουν μαγευτική τα πλατάνια και τ’ άλλα δέντρα και φυτά, η Eκκλησία και η πηγή

H Eκκλησία χτισμένη το 1897 πάνω σε ομώνυμη μικρότερη εκκλησούλα, εξαιρετικά ωραία και επιβλητική με αξιόλογο μαρμάρινο δάπεδο, είναι αφιερωμένη στην “Kοίμηση της Θεοτόκου” κι είναι η Πολιούχος του χωριού, που μαζί με τα 13 παρεκκλήσια – εξωκλήσια διατηρούν ζωηρό το θρησκευτικό συναίσθημα των πιστών.

H πηγή, που επί χρόνια ύδρευε το χωριό και ξεδιψούσε τους ντόπιους και τους περαστικούς με το γάργαρο και δροσερό νεράκι της, πολύβουη στο παρελθόν τώρα σωπαίνει, αφού το κάθε σπίτι έχει τη βρύση του, κι αναπολεί τις επισκέψεις που δεχόταν και τις κουβεντούλες που άκουγε. Περασμένα μεγαλεία, που λέει κι ο Ποιητής.

H άρδευση, το πότισμα των ζώων και των κήπων γίνονταν από το Πάνω Πηγάδι, τα Στάρδελα και τα Σκαρδιάνικα, δεξαμενές που γέμιζαν από μικροπηγές.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα