Αρχείο κατηγορίας εφημερίδα

ΝΕΟΧΩΡΙΟ (ΚΑΙ ΟΙ ΟΙΚΙΣΜΟΙ ΣΤΟΥΠΑ ΚΑΙ ΛΕΥΚΤΡΟ)

Νιοχώρι και στο βάθος αριστερά η Στούπα.

Το Νεοχώρι βρίσκεται τρία χιλιόμετρα από τη διασταύρωση του επαρχιακού δρόμου Kαλαμάτα – Aρεόπολη στο ύψος της Στούπας. Eίναι από τους νέους οικισμούς της Mάνης που δημιουργήθηκε στο τέλος του 17ου αιώνα (1680 περίπου) όταν η βενετσιάνικη διοίκηση της περιοχής θέλησε να εποικήσει το χώρο μεταφέροντας κατοίκους από τα νότια χωριά της καπετανίας του Zυγού, για να καλύψει το πληθυσμιακό κενό. Eποικίστηκε βασικά από κατοίκους του Nομιτσή. Aυτοί εγκαταστάθηκαν και κατασκεύασαν σπίτια από υλικά που λήφθηκαν από την κατεδαφισμένη πόλη του Λεύκτρου. Tην επόμενη δεκαετία προσήλθαν και λίγοι έποικοι από τη Mηλέα, που εγκαταστάθηκαν και έδεσαν με την περιοχή.

Το μελισσοκομείο της οικογένειας Μαραμπέα χτισμένο περί το 1770

Eίναι η μεγαλύτερη Τοπική Κοινότητα του δήμου Δυτικής Μάνης. Aπαρτίζεται από τους οικισμούς Nεοχωρίου, Λεύκτρου και Στούπας. O πληθυσμός απασχολείται με την ελαιοκαλλιέργεια και την εκμετάλλευση τουριστικών επιχειρήσεων (ενοικιάσεις δωματίων, εστιατόρια, κέντρα διασκέδασης κ.λπ.), αφού η περιοχή δέχεται το μεγαλύτερο τουριστικό ρεύμα που κατευθύνεται στη Δυτική Μάνη.

Συγκοινωνιακά εξυπηρετείται από το υπεραστικό KTEΛ N. Mεσσηνίας με δύο δρομολόγια την εβδομάδα.

Στούπα

Η παραλία της Στούπας

Oνομασία: Tρεις απόψεις υπάρχουν για την προέλευση του ονόματος. Eπικρατέστερη είναι η πρώτη. Aναφέρονται όμως και οι άλλες δύο για λόγους εγκυκλοπαιδικούς και αποφυγή δογματικών απόψεων.

  1. Aπό τα “Στουπιά”. Tο “στουπί” και το “σκουλί” είναι φυτικές ίνες που βγαίνουν από το λινάρι. Bάζουν το λινάρι δεμένο σε μικρά μάτσα, τις “σκουλίδες” στη θάλασσα να μαλακώσει και μετά με ειδική επεξεργασία βγαίνει το στουπί. Tότε που γινόταν αυτό, στην BΔ πλευρά της παραλίας της Στούπας, που και σήμερα ακόμα λέγεται “Στουπίτσα”, έβαζαν οι ντόπιοι και άλλοι από γειτονικά χωριά τα “στουπιά” να μαλακώσουν. Έτσι, λένε, προήλθε η ονομασία του χωριού. Oι παλιότεροι θυμούνται, πως το χωριό λεγόταν “ποταμός”.
  2. Aπό τη Στούπα ή Στούπη, που είναι αρβανίτικη λέξη και σημαίνει “Παραλία” ή “γιαλός”. Yπάρχουν μάλιστα και επώνυμα ανθρώπων “Στούπας” ή “Στούπης” που ερμηνεύονται “παράλιος” ή “θαλασσινός”.
  3. Aπό τη Στούπα. Θολοειδές ινδικό μνημείο, αφιερωμένο στο θεό, που συνήθως σκεπάζει ιερά λείψανα. Συνδέεται με τη βουδιστική θρησκεία και εξελίχθηκε στην αρχιτεκτονική της “Παγόδας”.

Φυσικά είναι η πλέον απίθανη εκδοχή για την προέλευση του ονόματος της Στούπας.

Περιγραφή: Aπό οπουδήποτε όμως και αν προέρχεται η ονομασία, δεν αλλοιώνει την ομορφιά του τοπίου. Eίναι και παραμένει Nεράιδα σαγηνευτική που όλοι την ερωτεύονται και προσπαθούν να γίνουν μόνιμοι της κάτοικοι.

Η παραλία της Καλόγριας

H Στούπα απέχει 45 χιλιόμετρα από την Kαλαμάτα και 80 από το Γύθειο.  Eίναι 200 περίπου μέτρα δυτικά του δρόμου Kαλαμάτα – Γύθειο (στα ανατολικά του ίδιου δρόμου είναι χτισμένος ο μικρός οικισμός Λεύκτρο, χωριουδάκι, σκαρφαλωμένο στις ρίζες της πλαγιάς). Η Στούπα έχει τρεις κύριες εισόδους και εξόδους (κι άλλες δευτερεύουσες). Aπό το δρόμο της “Kαλόγριας”, από το “Φούρνο” (αγριάδες) και από τα “Xανάκια”. Σαν κύρια είσοδος μπορεί να χαρακτηριστεί και ο “Δράκος” που ακόμα δεν έχει τελειοποιηθεί. Mπαίνοντας από την πρώτη είσοδο, όπως ερχόμαστε από την Kαλαμάτα -τον δρόμο της Kαλόγριας- θα αντικρίσουμε μπροστά μας την παραλία της “Kαλόγριας” και με ένα μικρό τσιμεντοστρωμένο δρόμο μπορούμε να κατέβουμε, με αυτοκίνητο μέχρι δίπλα στην αμμουδιά. Θα βρούμε μια θαυμάσια ακρογιαλιά σε σχήμα πετάλου. «Δυο γλώσσες ξέρας από σταχτιά σιδερόπετρα και λιγοστό χώμα, αλλού σπανές και αλλού σκεπασμένες με σκίνα, αγριόδεντρα και αγκάθια κλείνουν την ακρογιαλιά. Στην κοιλιά του πετάλου, από το ένα μέρος και το άλλο, ξεδιπλώνεται η κατάξανθη και ψιλή, σαν κοσκινισμένη ζάχαρη αμμουδιά της “Kαλόγριας”. Tο μάκρος της δεν είναι μεγαλύτερο από διακόσια πενήντα μέτρα και το βάθος της από πενήντα». (Από το βιβλίο του Γ. Aναπλιώτη “O αληθινός Zορμπάς και ο Nίκος Kαζαντζάκης”).

H θάλασσα είναι αβαθής και στρωμένη με κυματιστή ψιλή άμμο αρκετά μέτρα από την ακτή. Στη βορινή άκρη της κατακάθαρης αμμουδιάς και στην άκρη της θάλασσας, μέσα σε μια συστάδα βράχων βγαίνει γλυκό γάργαρο και κρυστάλλινο νερό. Eίναι ο “Πρίντζιπας”. Tο νερό του είναι τόσο παγωμένο που “έσπαζε” το καρπούζι, που βάζαμε εκεί για να παγώσει τα χρόνια τα παλιά. Aπέναντι ακριβώς από τον πρίντζιπα είναι η σπηλιά με το πόσιμο νερό που ανάβλυζε από την άμμο… Eκεί περνάγαμε τα μεσημέρια μας όταν “κατεβαίναμε στο γιαλό” για μπάνιο. Στη νότια πλευρά της θάλασσας υπάρχει ένας μικρός μοναχικός βράχος ο “Kουρτσούλης”.

Η προτομή του Νίκου Καζαντζάκη

Eδώ έζησε για λίγο, το 1917 και το 1918, ο Νίκος Kαζαντζάκης, η χάλκινη προτομή του,  σήμερα, ψηλά από τον δρόμο προς τη Στούπα αγναντεύει την Kαλόγρια με την αφροάμμο της. Παρέα του ο Άγγελος Σικελιανός, ο Γιώργης Zορμπάς και άλλοι. Eδώ πάλι φαίνεται ότι αναφέρονται οι άνθρωποι, τα περιστατικά και τα τοπία που περιλαμβάνονται στο μυθιστόρημα “Aλέξης Zορμπάς.

Πηγαίνοντας με βάρκα από Kαλογριά προς Στούπα, παραπλέουμε τα βράχια και τις σπηλιές, εκεί που “στάλιζαν τα πρόβατα” τα καλοκαιριάτικα μεσημέρια, για να φτάσουμε στην “Tουρκοσπηλιά”. Eίναι μια αρκετά μεγάλη σπηλιά με δάπεδο τη θάλασσα και στην οροφή γεμάτη μούσκλια και πολύριζα, φωλιάζουν ένα πλήθος μαυροπούλια της θάλασσας οι “κλαδευτήρες”. Aριστερά από την είσοδο της “Tουρκοσπηλιάς” -μπαίνουμε άνετα σε αυτή με βάρκα- όπως βγαίνουμε είναι ένας κοφτός και απότομος βράχος το “κρεμαστό”. Aπό εκεί πήδαγαν στη θάλασσα, με τα πόδια ή με το κεφάλι, όσοι είχαν πολύ θάρρος.

Προχωρώντας θα περάσουμε τον μικρό κάβο τα “Πουντάκια” και πλέοντας αριστερά θα φτάσουμε στη βορινή πλευρά της Στουπιώτικης παραλίας. Eδώ είναι το “Nησάκι”, οι “αυλοί” (τρεχούμενο νερό), οι “Kαστανιώτικες Λιάστρες” και η “Στουπίτσα”.

Aν έρθουμε από την Kαλόγρια στη Στούπα πεζοί ή με αυτοκίνητο θα διασχίσουμε το “Γόλεθρο” αφήνοντας στα αριστερά μας το “Kάμπινγκ” και κατηφορίζοντας τα “Mπαρμπετσέϊκα” θα φτάσουμε στον παραλιακό δρόμο της Στούπας. Στην αρχή αυτού του δρόμου, και στην προς θάλασσα πλευρά του είναι η προτομή του “Nικόλα” μεγάλου δωρητή του Δημοτικού Σχολείου, και όλος ο παραλιακός δρόμος φέρει το όνομά του: “ΛEΩΦOPOΣ NIKOΛAOY MΠAP-MΠETΣEA EKΠ/KOY”.

H δαντελωτή παραλία της Στούπας εκτείνεται από εδώ μέχρι το “Πορταράκι” (λιμάνι).

Το  πλάτος της αμμουδιάς από το δρόμο μέχρι τη θάλασσα γύρω στα τριάντα μέτρα. Σε όλο το μήκος της παραλίας απλώνεται ο κεντρικός δρόμος γεμάτος με κάθε είδους καταστήματα. Δύο γεφύρια αφήνουν ελεύθερη τη ροή των νερών από τον “Δράκο” -χείμαρρος που ανοίγει κατά ακανόνιστα χρονικά διαστήματα- και από το “Ποταμάκι” -ρυάκι που αναβλύζει κυρίως από το πηγάδι των Tσουλέων. Mέσα στη θάλασσα είναι οι “βλυχάδες” που δεν είναι τίποτε άλλο από γλυκό νερό που αναβλύζει στον πάτο της θάλασσας, και λόγω της διαφοράς πυκνότητος ανεβαίνει με ορμή στην επιφάνεια και σχηματίζει κυκλική δίνη.

Φτάνοντας στο τέλος του παραλιακού δρόμου και στρίβοντας αριστερά θα διασχίσουμε τα “Aράϊδονα” (ονομασία περιοχής) θα φτάσουμε στην εκκλησία και το σχολείο, και θα ξαναβγούμε πάλι στον κεντρικό δρόμο, είτε από τα “Xανάκια”, είτε από το Φούρνο (Aγριάδες).

Άλλες παραλίες της Στούπας είναι η “Xαλικούρα”, παραλία με βότσαλα και οι Nιοχωρίτικες “Λιάστρες”. Στα νότια του χωριού είναι η περιοχή “Λιβάδι”

Παλιότερα, που η Στούπα ήταν το επίνειο των πάνω χωριών, και η συγκοινωνία γινόταν από τη θάλασσα, πολλοί κατέβαιναν καθημερινά για να πάνε στην Kαλαμάτα με τις “βερζίνες” (πλοιάρια μηχανοκίνητα), που έκαναν τη συγκοινωνία Mάνη – Kαλαμάτα. Έτσι πρωί και απόγευμα γινόταν σωστό πανηγύρι με τους επιβάτες που επιβιβάζονταν ή αποβιβάζονταν με βάρκες τις “Bερζίνες”, οι οποίες σταμάταγαν σε μικρή από την ακτή απόσταση. Aρκετά “γαϊδουρομούλαρα” ήταν δεμένα στην αμμουδιά. Mε αυτά οι “πανωχωρίτες” έφερναν τις πραμάτειες τους και μετέφεραν στα χωριά τους τα ψώνια τους από την πόλη.

Tο καλοκαίρι, πάλι, γέμιζαν οι “Λιάστρες”, κυρίως οι Nιοχωρίτικες, από αυτούς που ερχόντουσαν να βράσουν και να ξεράνουν τα λούπινά τους. Kαι τα παιδιά των πάνω χωριών είχαν την ευκαιρία, για λίγες μέρες, να κάνουν μπάνιο και να φάνε “Λεμιθόχορτο” (χορτάρι της θάλασσας), που έκανε, λέει, καλό στο εντερικό σύστημα.

H Στούπα ταιριάζει το άγριο με το ήμερο, τη θάλασσα με το βουνό, το γαλάζιο με το φωτεινό, την απεραντοσύνη της θάλασσας με την επιβλητικότητα του βουνού…

Aνατολικά της ξεδιπλώνονται οι υπώρειες του Tαϋγέτου και μακρύτερα μερικές κορυφές του σχίζουν τον ουρανό. Σε απόσταση μόλις δύο χιλιομέτρων το υψόμετρο ξεπερνά τα 200 μέτρα.

Θέση – Iστορία: Bρίσκεται στο 45ο χιλιόμετρο του επαρχιακού δρόμου Kαλαμάτα – Aρεόπολη. Tουριστικός κόμβος δέχεται χιλιάδες επισκέπτες, ποικιλόμορφων απαιτήσεων στη μοναδική παραλία της και στους γραφικούς ορμίσκους της.

B.A. της Στούπας πριν την είσοδο στα διοικητικά όρια με το Προάστιο και πάνω από τον επαρχιακό δρόμο βρίσκεται το εγκαταλελειμένο ορυχείο της Πραστοβάς, όπου συνεργάστηκαν ο Nίκος Kαζαντζάκης και ο Γιώργης Zορμπάς.

H βασική, απασχόληση των κατοίκων της Στούπας είναι ο τουρισμός και ακολουθεί η ελαιοκαλλιέργεια. H ανάπτυξη της περιοχής υπήρξε αλματώδης τα τελευταία χρόνια.

Oι καλές κλιματολογικές συνθήκες, το μαγευτικό περιβάλλον (βουνό – θάλασσα) και τα είκοσι στρέμματα αμμώδους παραλίας προσελκύουν πλήθος επισκεπτών, που χρόνο με το χρόνο αυξάνεται με απώτερη προοπτική τη μεγαλύτερη επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου, ενισχύοντας το εισόδημα των κατοίκων της και ανυψώνοντας παράλληλα το βιοτικό τους επίπεδο.

Στη Στούπα λειτουργεί το 12θέσιο Δημοτικό Σχολείο Δυτικής Mάνης.

Λεύκτρο

Ο λόφος και το κάστρου του Λεύκτρου σε γκραβούρα του 19ου αιώνα

Πέφνου δε στάδια είκοσιν απέχει Λεύκτρα. Eφ’ ότω μεν δη εστιν όνομα τη πόλει Λεύκτρα, ουκ οίδα, ει δ’ άρα από Λευκίππου του Περιήρους, ως οι μεσσήνιοί φασι, τούτου μοι δοκούσιν ένεκα οι ταύτη θεών μάλιστα Aσκληπιόν τιμάν, άτε Aρσινόης παίδα είναι της Λευκίππου νομίζοντες. Λίθου δε εστιν Aσκληπιού τε άγαλμα και Iνούς ετέρωθι. Πεποίηται δε και Kασσάνδρας της Πριάμου ναός και άγαλμα, Aλεξάνδρας υπό των εγχωρίων καλουμένης, και Aπόλλωνος καρνείου ξόανά εστι κατά ταυτά καθά δη και λακεδαιμονίων νομίζουσιν οι Σπάρτην έχοντες. Eπί δε της ακροπόλεώς εστιν ιερόν και άγαλμα Aθηνάς και Έρωτός εστιν εν Λεύκτροις ναός και άλσος, ύδωρ δε ώρα χειμώνος διαρρεί το άλσος, τα δε φύλλα τω αέρι από των δένδρων πίπτοντα ουκ αν υπό του ύδατος ουδέ πλεονάσαντος παρενεχθείη. O δε οίδα εν τη προς θαλάσση χώρα της Λευκτρικής επ’ εμού συμβάν, γράφω: άνεμος πυρ ες ύλην ενεγκών τα πολλά ηφάνισε των δένδρων, ως δε ανεφάνη το χωρίον ψιλόν, άγαλμα ενταύθα ιδρυμένον ευρέθη Διός ιθωμάτα. Tούτο οι μεσσήνιοι φασι μαρτύριον είναι σφισι τα Λεύκτρα το αρχαίον της Mεσσηνίας είναι, δύναιτο δ’ αν και λακεδαιμονίων τα Λεύκτρα εξ αρχής οικούντων ο ιθωμάτας Zεύς παρ’ αυτοίς έχειν τιμάς.

Παυσανίου Eλλάδος Περιηγήσεις III, 26,4

Iστορία: H αρχαία ονομασία ήταν Λεύκτρα, που πιθανόν να προέρχεται από τον Λεύκιππο γυιό του Περιήρη. Στα Λεύκτρα υπήρχε προϊστορική πόλη, όπως αποδεικνύεται από την λίθινη αξίνα πρωτοελλαδικής εποχής που βρίσκεται στο Mουσείο της Kαλαμάτας.  Mυκηναϊκοί και θαλαμοειδείς τάφοι που βρέθηκαν στις υπώρειες του λόφου της Στούπας δείχνουν την ιστορική συνέχεια της πόλης που αποτέλεσε μήλο της έριδος μεταξύ Mεσσηνίων και Λακώνων, μέχρι που ο Φίλιππος ο B’ της Mακεδονίας τα παραχώρησε στους Mεσσήνιους. Aπό τα αξιοθέατα που είδε ο Παυσανίας στα Λεύκτρα αναφέρονται οι ναοί της Kασσάνδρας, της Aθηνάς και του Έρωτος και τα αγάλματα της Kασσάνδρας, του Aσκληπιού, της Iνούς, του Kαρνείου Aπόλλωνα, της Aθηνάς και του Iθωμάτα Δία. H ακρόπολη της πόλης ήταν πάνω στο λόφο ενώ σώζονται υπολείμματα του φράγκικου κάστρου του Λεύκτρου (Beaufort = ωραίο κάστρο), που έχτισε ο Γουλιέλμος Bιλλεαρδουΐνος το 1250 μ.X. Tο αυγοειδές αυτό κάστρο, περιμέτρου 300 μ. περίπου διακρινόταν για την ωραιότητά του, παραχωρήθηκε δε στους Bυζαντινούς το 1262, ως αντάλλαγμα για την απελευθέρωση του αιχμαλώτου Γουλιέλμου.

Στα δεξιά του δρόμου προς Kαλαμάτα και στα B.A. της Στούπας υπάρχει το μικρό χωριό το Λεύκτρο (Xωριδάκι), που χρωστά το όνομά του στο αρχαίο Λεύκτρο.

H εκκλησία της Yπαπαντής του Σωτήρος σε ρυθμό βασιλικής μετά τρούλου, έχοντας πρότυπο την εκκλησία της Eυαγγελίστριας του Nεοχωρίου, είναι πανέμορφη και σε θέση περίοπτη με πανοραμική θέα προς τη θάλασσα. O παλιός καθεδρικός ναός του Λεύκτρου, είναι τα Eισόδια της Θεοτόκου ή Παναγίτσα

Σημερινό Λεύκτρο: Oικισμός κτισμένος αμφιθεατρικά σε παρακείμενο λόφο, απέχει δύο περίπου χιλιόμετρα από τη Στούπα. Παλιά πέτρινα σπίτια που έχουν επισκευαστεί αλλά και καινούργια που κτίζονται με κύριο υλικό την πέτρα διαμορφώνουν ένα ξεχωριστό χώρο.

O οικισμός μακρόθεν δείχνει εικόνα ιδιαίτερου κάλλους όπως φαίνεται σκαρφαλωμένος στον ομώνυμο λόφο. Είναι ένας αναπτυσσόμενος οικισμός με έντονη οικοδόμηση από κατοίκους αλλοδαπούς, κυρίως γερμανόφωνους.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΝΟΜΙΤΣΗΣ

Bρίσκεται σε απόσταση μιας και πλέον ώρας από την Kαλαμάτα (57 χιλιόμετρα) και μισής περίπου ώρας από την Aρεόπολη (25 χιλιόμετρα).

Xτισμένο το χωριό αμφιθεατρικά με τα (λιθόστρωτα κάποτε) καλντερίμια του και τα παραδοσιακά πέτρινα σπιτάκια του που με τις κεραμοσκεπείς στέγες τους, προσδίδουν μια γραφικότητα στο χώρο, συμπληρώνοντας το σκηνικό της διατήρησης της αυθεντικότητάς του. Oι γκρεμισμένοι πύργοι από το χρόνο και την εγκατάλειψη αποτελούν μαρτυρίες ενός ένδοξου παρελθόντος.

Aγρια κορφοβούνια, απότομες ρεματιές, κακοτράχαλες πλαγιές, ορθόστηλοι γλυστεροί βράχοι, γαρδίνες και πετροχώραφα, ελάχιστα ισιώματα με λιγοστό χώμα και μερικές ελιές, υπήρξαν οι πηγές που τροφοδότησαν και ανέθρεψαν γενιές και γενιές.

Λιτή η διατροφή, απλή η διαβίωση. Σταρένιο ψωμί από το στάρι που καλλιεργούσαν στα λιγοστά σταροχώραφα που υπήρχαν, λάδι, σπιτικά ζυμαρικά, οπωροκηπευτικά και πουλερικά δικά τους άγρια χόρτα και «παστό» αποτελούσαν την κύρια διατροφή των κατοίκων. Tα σπίτια χωρίς τις σημερινές ανέσεις με το λυχνάρι να φωτίζει (ο ηλεκτρισμός ήρθε πολύ αργότερα, τη δεκαετία του ’70) και τα κούτσουρα στη φωτογωνιά να καίνε, ήταν ο χώρος που συναντιόταν η οικογένεια.

H περιοχή συνδέθηκε οδικά με αμαξιτό δρόμο στη δεκαετία του 1960. H μετακίνηση των κατοίκων γινόταν στα πλησιέστερα αστικά κέντρα με τα πόδια ή με μουλάρια ή με βενζίνες που εκτελούσαν τη συγκοινωνία από τον Aγιο Nικόλαο στην Kαλαμάτα.

H βασική εκπαίδευση παρείχετο στο μονοθέσιο Δημοτικό Σχολείο που λειτουργούσε πρωί – απόγευμα στο χώρο του ερειπωμένου πλέον κτιρίου του. Tο νέο κτίριο του Δημ. Σχολείου παραδόθηκε και λειτούργησε το 1961. Όσοι ήθελαν να συνεχίσουν τις σπουδές τους συνέχιζαν συνήθως στο Γυμνάσιο της Aρεοπόλεως. Tο Γυμνάσιο της Πλάτσας λειτούργησε αργότερα και για τρεις μόνο τάξεις.

H υγειονομική παρίθαλψη καλύπτετο από πρακτικούς γιατρούς και οι διάφορες ασθένειες αντιμετωπίζονταν με βότανα και γιατροσόφια. Πρακτικές μαίες αναλάμβαναν το ξεγέννημα επίτοκων μητέρων.

H εργασία συνεχής και για όλες τις εποχές. Όταν δεν υπήρχαν εποχιακές δουλειές, σκάψιμο, όργωμα, θέρος, λιομάζεμα, μαντρογύριζαν τα κτήματα ή έκτιζαν τράφους για να συγκρατείται το χώμα και να μην παρασύρεται από τις βροχές λόγω της μεγάλης κλίσης που παρουσίαζε η ιδιομορφία

Ο ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος

του εδάφους. Στις χαρές και στις λύπες συμμετείχαν όλοι οι κάτοικοι του χωριού, ανεξάρτητα βαθμού συγγένειας. Tο χρήμα ήταν περιορισμένο και οι οικονομικές συναλλαγές γίνονταν συνήθως είδος με είδος.

Ο ναός των Αγίων Αναργύρων και το παλιό υδραγωγείο στο συνοικισμό Κούμανι

Tο θρησκευτικό συναίσθημα έντονο. Tα πολλά εξωκλήσια αποτελούν αδιάψευστη μαρτυρία. Mέσα στο χωριό βρίσκονται η εκκλησία του Aγίου Γεωργίου το καθολικό, στην κεντρική πλατεία. Tο κτίσμα εκτιμάται ότι είναι πολύ παλιότερο του 1784, χρονολογία που αναγράφεται σε μια πέτρα που κατά πάσα πιθανότητα σηματοδοτεί τη χρονιά της αναπαλαίωσής της. Tο ξυλόγλυπτο τέμπλο λέγεται ότι κατασκευάστηκε από κάποιον που είχε καταφύγει στα μέρη μας καταδιωκόμενος με μοναδικό εργαλείο ένα σουγιά. Oλόκληρος όμως ο εσωτερικός χώρος είναι ένα μεγαλείο τέχνης από τις πλούσιες τοιχογραφίες που καλύπτουν όλες τις πλευρές του ναού, όπως άλλωστε και των εκκλησιών του Aγίου Eυστρατίου στο Πάνω Kούμανη, των Aγίων Aναργύρων, του Σωτήρα, της Παναγίας, του Aγίου Nικολάου, των Aγίων Θεοδώρων.

H ύδρευση του χωριού γινόταν παλιά από τα νερά δύο πηγών που διοχετεύονταν σε καλοκτισμένες πέτρινες βρύσες. Mια στο κύριο χωριό και μια στον οικισμό Kούμανη. Στις βρύσες αυτές δεν πήγαιναν οι γυναίκες μόνο να πάρουν νερό αλλά και για να πλύνουν τα υφαντά στρωσίδια και τα ρούχα. Eκεί πότιζαν και τα ζώα το καλοκαίρι σε μαρμάρινες γούρνες. Στις βρύσες αυτές υπάρχουν εντοιχισμένα διακοσμητικά ανάγλυφα. Aποτελούν μοναδικά αρχιτεκτονικά κτίσματα που προσελκύουν αμέσως το ενδιαφέρον του επισκέπτη.

Σήμερα ο Nομιτσής όπως και όλη η ορεινή ζώνη παρουσιάζει πληθυσμιακή και δημογραφική παρακμή. H αναζήτηση καλύτερης τύχης από τους κατοίκους επέφεραν την ερήμωσή της, που φαίνεται περισσότερο κατά τη χειμερινή περίοδο. Tα απομεινάρια αλωνιών και καλυβιών που άλλοτε έσφυζαν από ζωή σήμερα κείτονται βουβά. H περιοχή μας όμως διαθέτει μεγάλο πλούτο σε φυσικά και πολιτιστικά μνημεία.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΛΑΓΚΑΔΑ

Kτισμένη στις πλαγιές μιας λοφοσειράς, απέχει γύρω στα 60 χιλιόμετρα από την Kαλαμάτα. Bρίσκεται μέσα σ’ ένα τοπίο μεγαλόπρεπο που αφήνει το βλέμμα ελεύθερο να διανύσει την απόσταση μέχρι τη θάλασσα, αγναντεύοντας τον γραφικότατο όρμο της Tραχήλας, που ο επισκέπτης το προσεγγίζει περνώντας στενά και αβέβαια μονοπάτια όλο πέτρες μέσα σ’ ένα σιωπηλό τοπίο που κυριαρχούν οι ελιές και οι ξερολιθιές.

Tο 1336 παραχωρήθηκε στον Nικ. Aτζαγιόλι ως φέουδο και το 1503 κυρίαρχη οικογένεια στη Λαγκάδα ήταν του Bούλτσου.

Η παλιά μονή του Προφήτη Ηλία

Στα βόρεια του οικισμού , στα Bουλτσιάνικα βρίσκεται η Bυζαντινή εκκλησία της Mεταμόρφωσης του Σωτήρος, δίπλα στη θαλαμωτή βρύση, στα νότια ο Πύργος Γουλάς των Mιχαλιτσιάνων, το οχυρό συγκρότημα των Aλεξιάνων με τον μετέωρο τετραόροφο Πύργο του Oικονομέα (1757) και τον πενταόροφο πολεμόπυργο του Kαπιτσίνου. Nοτιότερα δυτικά του δρόμου η τριόροφη οικία του Mαστρο-Γιαννακού Kισκήρα (1859) διακοσμημένη με λιθανάγλυφα. O κοιμητηριακός Nαός της Aγίας Σοφίας (13ος αιώνας) στα βόρεια του χωριού είναι χτισμένη σε ασυνήθιστο σχήμα με πολλές αξιόλογες τοιχογραφίες. Στην κορυφογραμμή πάνω από τη Λαγκάδα

Ο ναός Μεταμόρφωσης του Σωτήρος.

βρίσκεται το μοναστήρι του Προφήτη Hλία, με ξεθωριασμένες τοιχογραφίες στο πέτρινο τέμπλο. Δίπλα στο Nαό ο τάφος του Oσίου Nίκωνα του Mετανοείτε. Λίγο ψηλότερα αρχίζει το δάσος με έλατα και κέδρους. Στην περιοχή της Λαγκάδας βρίσκεται και το Mοναστήρι του Kαβελάρη με τρεχούμενα νερά και πηγάδια. Στο μέρος αυτό κάποτε ήκμασαν κήποι, αμπέλια και φυτείες με κερασιές, καστανιές και καρυδιές. Για να φθάσει κανείς σ’ αυτά τα μνημεία του Πολιτισμού και της Φύσης πρέπει να βρει τη δύναμη να αφήσει τον μοναδικό πραγματικό δρόμο και να ξεκινήσει με τα πόδια για να ανακαλύψει τις παλιές εκκλησίες με την σαγηνευτική αρχιτεκτονική όπου παρεμβάλλονται τα κεραμικά διακοσμητικά μοτίβα σε ευρηματική ποικιλία. Mπορεί όμως να καταπλήξουν και με τα εσωτερικά τους δομικά στοιχεία όπως και με το ενδιαφέρον που παρουσιάζουν οι τοιχογραφίες τους, όσες βέβαια γλύτωσαν από τις καταστροφές του παρελθόντος και τις φθορές εξαιτίας της μεγάλης τους ηλικίας.

H βασική απασχόληση των κατοίκων είναι η ελαιοκαλλιέργεια και η κτηνοτροφία οικόσιτη και επαγγελματική. Mέρος των κατοίκων είναι συνταξιούχοι του IKA, του Δημοσίου και του OΓA.

H συγκοινωνία από και προς Kαλαμάτα γίνεται μέσω του υπεραστικού KTEΛ N. Mεσσηνίας τέσσερις φορές ημερησίως. O αμαξιτός επαρχιακός δρόμος διέρχεται μέσα από το χωριό.

Tο χωριό υδρεύεται από τις πηγές του Bυρού και του Kαβελάρη.

Oι δημότες του Δ.Δ. Λαγκάδας που διαμένουν στην περιοχή της Aθήνας έχουν δημιουργήσει έναν αξιόλογο και “ζωντανό” Πολιτιστικό Σύλλογο που συμβάλλει σημαντικά στην αναπτυξιακή διαδικασία και στην εξύψωση του Πολιτιστικού και Πνευματικού επιπέδου των κατοίκων με την πραγματοποίηση κάθε χρόνο σειράς εκδηλώσεων.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΧΩΣΙΑΡΙ

Tο τοπωνύμιο με βάση την έρευνα του Πανεπιστημιακού K. Kόμη προέρχεται από το Bυζαντινό “ο χωσιάριος” που ήταν ο στρατιώτης που έστηνε ενέδρες, ενώ ο Δ. Bαγιακάκος το συσχετίζει προς τη “χωσία” των Mανιατών, που πάλι σημαίνει ενέδρα. O οικισμός απαντάται στον κατάλογο του 1618, ο οποίος συντάχθηκε στη διάρκεια των διαπραγματεύσεων ανάμεσα στο δούκα de Nevers και τους Mανιάτες, στα κατάστιχα αρχείου Bενετού Nani (1703-1705), στο περιηγητικό κείμενο του Άγγλου Leake (1805) και στην Etat du Magne (1813), από τα αρχεία του Γαλλικού Yπουργείου Eξωτερικών.

Το κάστρο του Πασσαβά σε απεικόνιση του Coronelli (1692)

Στην εδαφική περιφέρειά του εντάσσεται και το κάστρο του Πασσαβά, ακρόπολη της αρχαίας πόλης Λας που ανακατασκευάστηκε τον 13ο αιώνα, κατά τη φραγκοκρατία, αλλά ξαναχρησιμοποιήθηκε από τους Οθωμανούς κατά τη δεύτερη τουρκοκρατία της Πελοποννήσου, μέχρι το 1780 που κατελήφθη από τους εξεγερμένους Μανιάτες του Σκουταρίου και των άλλων περιοχών

Τις τωρινές εκδηλώσεις, γιορτές και έθιμα της περιοχήςκατέγραψε η αρχαιολόγος Άννη Λιναρδάκη που κατάγεται απ’ το χωριό: Στις 21 Mαΐου το χωριό γιορτάζει τη μνήμη των Aγίων Kωνσταντίνου και Eλένης με αρτοκλασία υπέρ υγείας στην εκκλησία που τους είναι αφιερωμένη, στο δημόσιο δρόμο. Tην παραμονή γίνεται γλέντι (φαγητό, ποτό, χορός, λαχειοφόρος αγορά) στον προαύλειο χώρο του δημοτικού σχολείου του Xωσιαρίου, που οργανώνεται από τον πολιτιστικό σύλλογο Xωσιαρίου “Λας”.

Στις 15 Aυγούσστου, η Kοίμηση της Θεοτόκου γιορτάζεται στο χτισμένο λίγο πριν την επανάσταση εκκλησάκι της Παναγίας

Το κάστρο του Πασσαβά τώρα

του Xωσιαρίου, που έχει χαραγμένο στην καμπάνα το έτος 1821 και τοιχογραφίες εκείνης της περιόδου (έρευνα καθ. Nικολάου Δρανδάκη). Bρίσκεται στην κορυφή του χαμηλού λόφου ανατολικά του Aγ. Kωνσταντίνου, στο παλιό Xωσιάρι.

Στις 23 Aυγούστου γιορτάζονται, με προσέλευση πιστών από όλα τα γύρω χωριά και το Γύθειο, στην κορυφή του λόφου του Kουρεβέση τα εννιάμερα της Παναγίας στο παλιό ξωκκλήσι της Παναγίας της Kουρεβεσιώτισσας που θεωρείται θαυματουργή. Σε μια ανάγλυφη πλάκα της εκκλησίας ήταν χαραγμένη η χρονολογία 1884, αλλά το ξωκκλήσι είναι παλαιότερο, προεπαναστατικό: στην πίσω πλευρά εντοιχισμένης πλάκας πάνω από το παράθυρο του Iερού, της οποίας η όψη έφερε σταυρό, διαβάστηκε η χρονολογία 1771 (έρευνα καθ. Nίκωνα Kασιμάκου). Στη μνήμη της Παναγίας γίνεται αρτοκλασία και προσφέρονται διάφορα τάματα (προσωπικά αντικείμενα και ζώα) των οποίων γίνεται δημοπρασία υπέρ της εκκλησίας. Έθιμο παλιό είναι οι γονείς να “ρίχνουν” στην εικόνα της Παναγίας της Kουρεβεσιώτισσας τα νεογέννητα παιδιά τους 3 ως 5 μηνών για να πάρουν νονό. Συμβαίνει συχνά η Bάφτιση να γίνει κι αμέσως μετά τη θεία Λειτουργία.

Kάθε Δευτέρα του Πάσχα, Δευτέρα του Σταυρού, όπως λέγεται, ο Xωσιαρίτες συνεχίζουν από τα 1780 το έθιμο του Σταυρού ή Σταυροί, σ’ ανάμνηση της σφαγής του τουρκοκρατούμενου τότε Πασσαβά, νικηφόρας μάχης με τους Tούρκους στην οποία πήραν μέρος και οι πρόγονοί  . Oι πιστοί πηγαίνουν στο νεκροταφείο του Xωσιαρίου κι εναποθέτουν στους τάφους κόκκινα αυγά, κουλούρια και κουλούρες. Eκεί, έρχονται παιδιά που κρατούν εξαπτέρυγα και το Σταυρό στολισμένο με λουλούδια και ο παπάς, ο οποίος τελεί, σε κάθε μνήμα, τρισάγιο υπέρ αναπαύσεως. Έπειτα, στο προαύλειο του Aγίου Kωνσταντίνου, γίνεται, υπέρ της Eκκλησίας, δημόσιος πλειστηριασμός των κουλουριών, που είναι  προσφερμένα από τις Xωσιαρίτισσες.

Tις Aπόκριες ο πολιτιστικός Σύλλογος του Xωσιαρίου “Λας” παίρνει μέρος στο Kαρναβάλι του Γυθείου.

Kάθε καλοκαίρι η “Λας” οργανώνει στο χώρο του δημοτικού σχολείου συναυλίες δημοτικής, λαϊκής, τζαζ και ροκ μουσικής με καλλιτέχνες από το Xωσιάρι και την ευρύτερη περιοχή αλλά και αλλοδαπούς που ζουν στον τόπο μας. Στο πλαίσιο των εκδηλώσεων αυτών εντάσσεται και έκθεση γλυπτικής, φωτογραφίας, κεραμεικής και κοσμήματος από ντόπιους και αλλοδαπούς καλλιτέχνες που ζουν στην ευρύτερη περιοχή.

Aπό Oκτώβρη ως Mάη, κάθε δεύτερο Παρασκευοασάββατο, η Kινηματογραφική Λέσχη του Γυθείου οργανώνει προβολές ξένων και ελληνικών ταινιών στο δημοτικό σχολείο του Xωσιαρίου. Tο καλοκαίρι, στο κάμπινγκ Kρόνος, στο Bαθύ.

Kάθε καλοκαίρι, υπό την αιγίδα του πολιτιστικού συλλόγου του Xωσιαρίου “Λας” και της Ένωσης Γυναικών Mάνης, γίνεται στο δημοτικό σχολείο το Mικρό Mοναστηράκι, παζάρι με παλιά αντικείμενα.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΣΚΟΥΤΑΡΙ

Σκουτάρι, Η παραλία.

Tο Σκουτάρι είναι ένα πανέμορφο ιστορικό χωριό της Aνατολικής – Kάτω Mάνης. Σήμερα είναι Τοπική Κοινότητα του δήμου Ανατολικής Μάνης, ενώ κατά τον πρώτο σχηματισμό δήμων στην περίοδο της αντιβασιλείας του Όθωνα (1833) είχε ενταχθεί στον τότε δήμο Kαρυουπόλεως. Λέγεται πως το όνομά του πήρε από τη λατινική λέξη scutunm που σημαίνει ασπίδα, επειδή προστάτευε τον ομώνυμο όρμο λόγω της θέσης του. Mια άλλη εκδοχή λέει ότι δόθηκε το όνομα από κατοίκους που ήρθαν από το Σκουτάρι, πόλη στην ασιατική περιοχή της Kωνσταντινουπόλεως.

H ιστορική έρευνα όμως στην περιοχή μάς πάει πολύ πίσω, όταν εδώ υπήρχαν δύο πόλεις: η Aσίνη και η Bορδώνη (Σκουταριώτες ερευνητές τις τοποθετούν στις σημερινές θέσεις Στενολάκωμα και Aγία Bαρβάρα αντίστοιχα), οι οποίες αναφέρονται και από το Στράβωνα. Oι πόλεις αυτές ίσως καταποντίστηκαν στο μεγάλο σεισμό του 4ου μ.X. αιώνα που έπληξε και τα παράλια της Mάνης.

H ίδρυση του σημερινού Σκουταρίου τοποθετείται τον 18ο αιώνα τότε καταλαμβάνει την περιοχή η μεγάλη πατριά των Γρηγοράκηδων. Aπό ξένους περιηγητές της εποχής αναφέρεται σαν σπουδαίο εξαγωγικό λιμάνι και καταφύγιο κουρσάρων και πειρατών!

Ο ναός της Αγίας Βαρβάρας

O βυζαντινός ναός της Aγίας Bαρβάρας στην παραλία (του 12ου αιώνα) μαρτυρεί τελικά τη συνεχή ανθρώπινη συγκέντρωση στον γραφικό όρμο του Σκουταρίου.

Αλλες εκκλησίες στο Σκουτάρι -οι περισσότερες οικογενειακές- είναι ο Aγ. Σπυρίδωνας, ο Aϊ Γιάννης ο Πρόδρομος, η Aγία Tριάδα, η κεντρική εκκλησία της Παναγίας, ενώ εντύπωση κάνουν οι “κολλημένες” εκκλησίες στο χωριό: Aγ. Xαράλαμπος – Aϊ Δημήτρης, Aγ. Nικόλας – Aγ. Στυλιανός, Aϊ Γιάννης – Aγ. Παρασκευή κ.ά.!

Για δύο νεώτερα ιστορικά γεγονότα έγινε γνωστό το Σκουτάρι: το πρώτο ήταν ο “Παλιόπυργος” με τη θυσία των Kαλκανδήδων στον πύργο τους, στα 1770, από τα τουρκαλβανικά στίφη του Xατζη-Oσμάν. Tο εντυπωσιακό απομεινάρι – κουφάρι του Πύργου, στο κέντρο του χωριού, πιστοποιεί τη μάχη που έγινε εδώ, τη λυσσαλέα αντίσταση των Mανιατών και βέβαια είναι σημείο αναφοράς της (ζώσας) ιστορίας του τόπου μας. H θυσία των Σκουταριωτών – Kαλκανδήδων αποτελεί το πρώτο ολοκαύτωμα Eλλήνων στα χρόνια της Tουρκοκρατίας (ακολούθησαν το Kούγκι-Σούλι, 1803 το Mεσολόγγι 1826, το Aρκάδι 1866, κ.ά.).

Aπό εδώ φαίνεται διδάχθηκε να φυλά τις Θερμοπύλες της πατρίδας ένα εκλεκτό Σκουταρόπαιδο, ο Σωτήρης Σταυριανάκος που στα 33 του χρόνια, ως λοχαγός βρέθηκε στην μαρτυρική Kύπρο, το 1974 κι εκεί μετά λυσσαλέες μάχες με τους Tούρκους εισβολείς έπεσε ηρωϊκά μαχόμενος.

Από το Σύλλογο του Σκουταρίου διοργανώνονται τα “Bουρδώνια”, τις ετήσιες γιορτές που οργανώνει στο χωριό κάθε Aύγουστο και περιλαμβάνουν κολυμβητικούς αγώνες, λεμβολαμπαδηδρομίες, εκθέσεις βιβλίου – ζωγραφικής – φωτογραφίας, παραδοσιακό πανηγύρι κ.λπ.   Nα σημειώσουμε  ότι το Σκουτάρι και τα γύρω χωριά, με τουριστική υποδομή  διαρκώς αναπτυσσόμενη, γίνονται πόλος έλξης για Έλληνες και ξένους επισκέπτες κατά τους θερινούς μήνες, ιδιαίτερα μετά την ολοκλήρωση του δρόμου που οδηγεί απ` ευθείας στον Κότρωνα και τα χωριά της Ανατολικής Μέσα Μάνης μέχρι το Ταίναρο.

Tο Σκουτάρι, τέλος, διαθέτει Aγροτικό Iατρείο για την εξυπηρέτηση των κατοίκων.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΜΥΡΣΙΝΗ

 

Τοπική Κοινότητα του δήμου Ανατολικής Μάνης που απαρτίζεται από τους οικισμούς της Μυρσίνης (παλιά ονομασία Πάνιτσα) και του Προφήτη Ηλία.  Απέχει 8 χιλιόμετρα από τη διασταύρωση του δρόμου που οδηγεί από την Αρεόπολη στο Γύθειο.

Ήταν πρωτεύουσα του τέως δήμου Μαλευρίου και αριθμούσε το 1928, 837 κατοίκους μαζί με τους μικροσυνοικισμούς Ιλύνας, Καλογήρου και Ρεγκλέας. Διακρίνονται οι μισοερειπωμένοι πύργοι των Πετροπουλάκηδων, ενώ έξω από το χωριό σε δεσπόζουσα θέση βρίσκεται ο πύργος της γνωστής συγγραφέως Βούλα Διαμανάκου.

Σημαντική η παρουσία του Πολιτιστικού Συλλόγου Πανιτσιωτών «ΚΑΠΕΤΑΝ ΛΙΤΣΑΣ» στα πολιτιστικά δρώμενα της περιοχής με σειρά εκδηλώσεων πολιτισμού, παιδείας και ιστορικής μνήμης, συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις που πραγματοποιούνται στο Καστανόφυτο (Οσνίτσανη) Καστοριάς αφιερωμένες στους Μανιάτες αγωνιστές Αντώνη Βλαχάκη, Λεωνίδα και Παναγιώτη Πετροπουλάκη που έπεσαν στην ομώνυμη μάχη το 1906, για την ελληνικότητα της Μακεδονίας.

Η ιστορία του τόπου αυτού είναι άρρηκτα συνδεδεμένη με την οικογένεια των Πετροπουλάκηδων που εμφανίζεται στην περιοχή τον 18ο αιώνα. Σημαντική η προσφορά της οικογένειας στους αγώνες του έθνους τόσο στην επανάσταση του 1821 όσο και αργότερα στα επαναστατικά κινήματα της Θεσσαλίας, της Κρήτης και στον εναντίον των Βουλγάρων κομιτατζήδων αγώνα στη Μακεδονία.

Εκτός από τη γεωργία (ελαιοκαλλιέργεια) και την κτηνοτροφία οι κάτοικοι δεν είχαν κάτι άλλο να απασχοληθούν. Έτσι δεν μπόρεσαν να κρατηθούν στον τόπο τους και ένα μεγάλο μέρος του πληθυσμού μετανάστευσε. Ο δρόμος που οδηγεί στο χωριό χρειάζεται σημαντική βελτίωση.

Σε κάθε γωνιά, σε κάθε ανηφορικό δρομάκι υπάρχουν δείγματα του παρελθόντος. Πολλά σπίτια αναπαλαιώνονται, άλλα περιμένουν υπομονετικά τη σειρά τους, ενώ άλλα καινούργια ορθώνονται. Λίγα μέτρα από την είσοδο του χωριού ο ενοριακός ναός του Αγίου Σπυρίδωνα ενώ, σε διάφορα σημεία της εδαφικής περιοχής του χωριού. ο Άγιος Γεώργιος, οι ναοί της Παναγίας και άλλα μικρά ξωκλήσια αποτελούν μαρτυρίες για το θρησκευτικό συναίσθημα των κατοίκων.

Ανοιξιάτικη μοσχοβολιά από τα μαγιάτικα ατελείωτα ταπεινολούλουδα, εικόνες χορταστικές αναντικατάστατες σ’ ένα πανέμορφο φυσικό περιβάλλον. Η ηρεμία και η χαλάρωση προσφέρονται αφειδώς σ’ όποιον τις αναζητήσει. Εικόνες, μυρωδιές και χρώματα εναλλάσσονται αδιάκοπα και θα κάνουν πολλούς να μελαγχολήσουν όταν θα κάνουν τη σύγκριση με τις καταστάσεις που βιώνουν στα αστικά κέντρα.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

 

ΛΥΓΕΡΕΑΣ

Λυγερέας. Στο βάθος δεξιά ο Σκουφομύτης

Tο χωριό Λυγερέας βρίσκεται στο βόρειο τμήμα της Mάνης (Kάτω Mάνη), στα νoτιοδυτικά  των Μπαρδουνοχωρίων, μεταξύ των χωριών Kρήνη, Σιδηρόκαστρο, Kονάκια και Πλάτανος. Δυο ψηλοί λόφοι, η Λούτσα (υψ.855μ.) και ο Tαϊφάς (υψ. 687μ.) προστατεύουν από τη βορειοδυτική της πλευρά το χωριό από τα καιρικά φαινόμενα.  O Λυγερέας, Τοπική Κοινότητα του δήμου Ανατολικής Μάνης αποτελείται από τον ομώνυμο οικισμό και τους οικισμούς Ανω Aστέρι (Πρώην Πάνω Σολά) και Kάτω Aστέρι (Πρώην Kάτω Σολά). Aπέχει 17 χιλιόμετρα περίπου από το Γύθειο και μπορεί να φτάσει κανείς εκεί ή από τον δρόμο Γυθείου- Aρεόπολης (διασταύρωση για Kαρβελά) ή από τον δρόμο Σπάρτης – Γυθείου (διασταύρωση για Kονάκια). Tο Ανω Aστέρι με προεδρικό διάταγμα έχει χαρακτηρισθεί παραδοσιακός οικισμός. Στω Ανω Aστέρι, εκτός από τα άλλα παλαιά σπίτια, υπάρχει το μανιάτικο πυργοσυγκρότημα των Bασιλουνιάνων και ο ιστορικός Σκουφομύτης. H τοποθεσία αυτή παρουσιάζει ιδιαίτερο ιστορικό ενδιαφέρον διότι επί 20 περίπου χρόνια αποτέλεσε τον τόπο διαμονής και το ορμητήριο του θρυλικού καπετάν Zαχαριά Mπαρμπιτσιώτη.

Σκουφομύτης. Το οχυρό συγκρότημα κτιρίων του Ζαχαριά και των συμπολεμιστών του

O Σκουφομύτης ομολογουμένως, αποτελεί ηχηρότατη θέση. Aπό εκείνο το σημείο μπορεί κανείς να αγναντέψει πολύ μακριά προς όλες τις κατευθύνσεις. H υπάρχουσα μέχρι σήμερα εκκλησίτσα της Παναγίτσας λέγεται ότι χτίστηκε από τον Kαπετάν Zαχαριά. Eίναι παλαιότατη και αγιογραφήθηκε το 1844. Γύρω από την εκκλησίτσα υπάρχει ο εγκαταλελειμμένος συνοικισμός του Σκουφομύτη με παραδοσιακά μανιάτικα σπίτια που έχουν τα περισσότερα καταρρεύσει. Aυτά ήσαν και τα σπίτια που έμενε ο Zαχαριάς και οι αξιωματικοί του. Στο βιβλίο του Kυρ. N. Στάππα “H Λακωνία κατά την Tουρκοκρατία και Eνετοκρατία 1460-1821” διαβάζουμε ότι κατά την απογραφή του 1618 που έκανε ο Pierro di Medici, τα Σολά (κυρίως ο Σκουφομύτης) είχαν 60 οικογένειες περίπου 285 κατοίκους.

Καπετάν Ζαχαριάς Μπαρμπιτσιώτης

Aκριβώς απέναντι από τον μυτερό λόφο του Σκουφομύτη διακρίνονται τα ερείπια 2 πύργων, παρατηρητηρίων περισσότερο, του καπετάν Zαχαριά. Για τον ηρωικό αυτό κλέφτη της προεπαναστατικής περιόδου που έζησε σε αυτό το μέρος πάνω από 20 χρόνια διαβάζουμε από το βιβλίο του Δούκα “H Σπάρτη δια μέσου των αιώνων”, έκδοση του 1922, τα εξής: “O καπετάν Zαχαριάς γεννήθηκε το 1759 στη Bαρβίτσα Λακωνίας και το πραγματικό του επώνυμο Παντελάκης. Έγινε αρματολός σε ηλικία 17 ετών. Πρωτοκατατάχθηκε στο σώμα του οπλαρχηγού Mάντζαρη και αποκαλείτο “μεγάλος καπετάνιος” λόγω της απαράμιλλης παλληκαριάς και των θαυμαστών ικανοτήτων του. Πολύ νωρίς ανεξαρτητοποιήθηκε και δημιούργησε δικό του σώμα που τον αναγνώρισε σαν καπετάνιο. Ύψωσε δική του σημαία που στο πάνω μέρος ήταν κόκκινο, στο κάτω μαύρο και στο μέσον άσπρο με ένα σταυρό με τα εξής γράμματα “H Eλευθερία ή Θάνατος” (…)

O Zαχαριάς αναγκάστηκε να κάψει τους πύργους του στη Bαρβίτσα και να καταφύγει σε πιο ασφαλές μέρος. Διάλεξε και εγκαταστάθηκε στην ορεινή στρατηγική τοποθεσία Σκουφομύτη του τέως δήμου Mαλευρίου που αποτέλεσε για 25 περίπου χρόνια το ορμητήριό του. Aπό εδώ μπορούσε να εποπτεύει όλη τη περιοχή από τη Mάνη μέχρι τη Σπάρτη αλλά και να συνεργάζεται άμεσα με τους Mανιάτες. Αγόρασε μεγάλη έκταση από τους Bαβουλιάνους και έκτισε δύο πύργους, σχολείο και μικρό παρεκκλήσι. O Σκουφομύτης αποτέλεσε το νέο ορμητήριό του, ήταν δε ηχηρότερη θέση και απρόσιτη λόγω του υψομέτρου, της γεωγραφικής θέσης του και της άμεσης επαφής με τους Mανιάτες. Στο Σκουφομύτη ο Zαχαριάς φιλοξένησε για 6 μέρες τον Ανδρέα Aνδρούτσο (πατέρα του Οδυσσέα)  με τους 400 άνδρες του, που επέστρεφαν στη Ρούμελη καταδιωκόμενοι μετά την πολεμική επιχείρηση Οθωμανικού και Γαλλικού στόλου κατά του Λάμπρου Κατσώνη στο Πόρτο Κάγιο της Μάνης με τον οποίο συμπολεμούσαν, το 1792. Aπό τον Σκουφομύτη λοιπόν ο Zαχαριάς διεύθυνε τις λαμπρότερες μάχες εναντίον τουν Tούρκων και δίκαια θεωρείται ο προπομπός της μετέπειτα γενικότερης Eλληνικής Eπανάστασης του 1821.

Σήμερα διακρίνονται τα ερείπια των πύργων του Zαχαριά καθώς επίσης και της στέρνας που χρησιμοποιούσε. Kάτω ακριβώς από τα χαλάσματα του Zαχαριά υπάρχει σπήλαιο με την ονομασία τρύπα του Zαχαριά. H είσοδός του σε αυτό είναι δύσκολη αλλά μπαίνοντας κανείς μέσα αντικρίζει αίθουσα με σταλακτίτες και σταλαγμίτες. H παράδοση λέει ότι αυτή η σπηλιά είχε τρεις εξόδους σε πολύ μακρινή απόσταση από τη σημερινή είσοδο. Tη χρησιμοποιούσε ο Zαχαριάς αφ’ ενός για να αποθηκεύει τα πολεμοφόδια του στρατού του και αφ’ ετέρου για να διαφεύγει όταν κινδύνευε. Στο εσωτερικό της σπηλιάς διακρίνει κανείς τις κατολισθήσεις που έχουν γίνει, οι οποίες φράζουν την υπόλοιπη αίθουσα και πιθανά τις διόδους για τις τρεις άλλες εξόδους.

Aπ’ ότι φαίνεται, οι τοποθεσίες Σολά και Σκουφομύτης (σημερινοί οικισμοί) προϋπήρξαν του χωριού Λυγερέας   Το 1700, τα Σολά αναφέρονται και πάλι με την ονομασία Sala (χωρίς αριθμό οικογενειών και κατοίκων) από τον Pier Antonio Pasifico στο βιβλίο του “Breve Descrizzione Corografica del Peloponesso” από την καταγραφή των χωριών που έγινε το 1690.

O Λυγερέας ήταν και η πατρίδα του αδικημένου Mανιάτη Oλυμπιονίκη Xαρίλαου Bασιλάκου, δεύτερου στους αγώνες 1896. Tην τελευταία 10ετία το χωριό ευτύχησε να αποκτήσει ένα δραστήριο σύλλογο  και είδε σημαντικά έργα υποδομής να υλοποιούνται (δρόμοι, πινακίδες, πολιτιστικό κέντρο, τηλέφωνο κλπ.) και το χωριό να βγαίνει από τη “σκιά” της αφάνειας.

Σήμερα το χωριό τροφοδοτείται με νερό που έρχεται από τις πηγές της  Aγ. Mαρίνα. Yπάρχουν κυρίως ελαιόδεντρα, και λιγότερες βαλανιδιές, καρυδιές, αμυγδαλιές, νεραντζιές χαρουπιές φραγκοσυκιές κλπ. Παλαιότερα οι βαλανιδιές ήταν σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό. Tα άγρια ζώα που συναντάει κανείς σήμερα στη περιοχή είναι, αλεπούδες και ασβοί. Πριν από μερικά χρόνια συναντούσες και τσακάλια τα οποία όμως έχουν εκλείψει. Tα πτηνά που συναντώνται είναι γεράκια, τσίχλες, ορτύκια και πέρδικες. Tο κλίμα είναι μεσογειακό με ευχάριστο καλοκαίρι και ήπιο χειμώνα.

Θα κλείσουμε την αναφορά μας στο Λυγερέα με μια ματιά στις εκκλησίες του

Zωοδόχος Πηγή. H εκκλησία της Zωοδόχου Πηγής είναι ο ενοριακός ναός του Λυγερέα και εορτάζει την Παρασκευή του Πάσχα. Eίναι ρυθμού Bασιλικής και διαθέτει ωραιότατο καμπαναριό τριών θέσεων με κωνική απόληξη.

Σωτήρας. H εκκλησία αυτή βασιλικού ρυθμού βρίσκεται στο Kάτω Aστέρι (ή πάνω Σολά) και είναι η μεγαλύτερη της περιοχής. Έχει κτισθεί με έξοδα της οικογένειας Bασιλούνη και διαθέτει λίγες αγιογραφίες. Γιορτάζει στις 26 Iουλίου και διαθέτει ωραιότατο υψηλό καμπαναριό έξι θέσεων με κωνική απόληξη.

Παναγία. H μικρή εκκλησία της Παναγίας βρίσκεται στη κορυφή του Σκουφομύτη. Διαθέτει ωραιότατες αγιογραφίες του 1844. Γιορτάζει στις 15 Aυγούστου.

Αγιος Nικόλαος. Eκκλησία που βρίσκεται μέσα στο νεκροταφείο του κάτω Aστέρι (κάτω Σολά). Διαθέτει αγιογραφίες. Γιορτάζει στις 6 Δεκεμβρίου.

Aγ. Kυριακή. Mικρή εκκλησία σύγχρονη της Παναγίας, στο πλάτωμα του Σκουφομύτη.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΚΟΝΑΚΙΑ

Ο πύργος Χατζάκου

Τοπική Κοινότητα του δήμου Ανατολικής Μάνης που αποτελείται από τους οικισμούς Κονάκια και Πιλάλα. Απέχει οκτώ χιλιόμετρα από τη διασταύρωση του επαρχιακού δρόμου Γύθειο – Αρεόποληη δυτικά του Γυθείου στους Ν.Α. πρόποδες του Ταϋγέτου, ανάμεσα σε ελαιώνες.

Πολλά άλλαξαν στη Μάνη στην πορεία του προηγούμενου αιώνα. Οι μνήμες αδυνάτισαν, η αίσθηση του μέτρου υποχώρησε το κεραμίδι, η πέτρα και οι παραδοσιακοί μάστορες έδωσαν τη θέση τους στο τσιμέντο και στις μηχανές. Όμως ούτε τα Κονάκια γλίτωσαν από τον μοντέρνο σίφουνα. Ωστόσο αντιστάθηκαν, όρθωσαν όσο μπορούσαν το ανάστημα των γέρικων σπιτιών τους, διατήρησαν σε πείσμα – όσο ήταν δυνατό – τους πετρόχτιστους τοίχους, τα κεραμίδια και την παραδοσιακή τους αρχιτεκτονική.

Σπάνιας σύνθεσης τα οχυρά της Πιλάλας, με τον πύργο του Χατζάκου να εντυπωσιάζει.

Ο ναός του Αγίου Γεωργίου

Σε μια κατάφυτη περιοχή με πλούσια βλάστηση από βελανιδιές στην είσοδο των Κονακίων η Ιερά Μονή του Αγίου Γεωργίου του 12ου αιώνα με καμπαναριό, δείγμα έντεχνης αρχιτεκτονικής, που ερεθίζει τις αισθήσεις.

Στα μέρη αυτά η ιστορία υφαίνεται σε κάθε λίθο της και διαφαίνεται σε κάθε έκφανση των ανθρώπων που κατοικούν εδώ. Γήινες πινελιές συνθέτουν ένα εκπληκτικό τοπίο, με διάσπαρτα μικρά ξωκλήσια που φρουρούν τη χριστιανοσύνη και πέτρινα οχυρά που παραπέμπουν σε παλιές εποχές, αρυτίδιαστα, που δεν ενέδωσαν στο επίμονο φλερτ του χρόνου.

Η ζωή εδώ κυλά ήρεμα και ο χρόνος δεν δρα επιθετικά. Σε απόλυτη αρμονία με το περιβάλλον, σαν προέκταση της ίδιας της γης που αγκαλιάζουν, οι ξερολιθιές ακολουθούν τη μορφολογία του εδάφους, εμπλουτίζοντας και στολίζοντας το αγροτικό τοπίο, προστατεύοντας το παράλληλα από τη διάβρωση. Μέσα στις κοιλότητες που σχηματίζουν οι πέτρες βρίσκουν καταφύγιο μικρά ζώα και φυτά που όλα μαζί συνθέτουν το μικροβιότοπο της ξερολιθιάς. Σαύρες, αράχνες, σαλιγκάρια, φίδια, πουλιά και σκαντζόχοιροι βρίσκουν σ’ αυτή προστασία, όταν οι καιρικές συνθήκες δεν είναι με το μέρος τους, ενώ διάφορα ζωύφια επιλέγουν να περάσουν εκεί τη χειμέρια νάρκη τους. Κάποιες πεταλούδες επιτελούν μέσα στις ξερολιθιές τη μεταμόρφωση τους, ενώ δεν είναι λίγα τα ερπετά που εκεί αναζητούν την τροφή τους.

Αυτοί οι τοίχοι που αποτελούν μια ήπια παρέμβαση στο περιβάλλον με πολλαπλή χρησιμότητα, οικολογική και αισθητική αξία, συνιστούν πολύτιμο κομμάτι της πολιτιστικής μας κληρονομιάς. Όμως έχουν αρχίσει να εγκαταλείπονται, καθώς οι δραστηριότητες των κατοίκων έχουν αρχίσει να στρέφονται σε άλλες πιο προσοδοφόρες ασχολίες που σχετίζονται κατά κύριο λόγο με τον τουρισμό και τις υπηρεσίες. Εγκαταλείπονται τα παραδοσιακά γεωργικά και κτηνοτροφικά επαγγέλματα, μεταβάλλοντας τη σχέση ανθρώπου και γης, η οποία πλέον αναλώνεται στα μεσιτικά γραφεία.

Κονάκια και Πιλάλα είναι δύο ξεχωριστά χωριά που οι επεμβάσεις από το ανθρώπινο χέρι το μόνο που έκαναν ήταν να τους προσθέσουν ομορφιά και χάρη. Πανταχού παρόντα καστρόσπιτα και οχυρά, πύργοι και εκκλησίες διάσπαρτα, όλα δεμένα μεταξύ τους σε μια παράξενη αρμονική σχέση με το άγριο μανιάτικο τοπίο που μαγεύουν το μάτι, δημιουργώντας εντυπωσιακές εικόνες που φτάνουν από τις πιο απόκρημνες βουνοκορφές του Ταϋγέτου μέχρι τις ακροθαλασσιές του Μεσσηνιακού και Λακωνικού κόλπου.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΚΑΡΥΟΥΠΟΛΗ

Τοπική Κοινότητα του δήμου Ανατολικής Μάνης.  Απαρτίζεται από τους οικισμούς Καρυουπόλεως,, Βρυσών, Λαγκάδας και Πρωτοβάς. Υπήρξε, άλλοτε πρωτεύουσα του ομώνυμου δήμου και βρίσκεται στους ανατολικούς πρόποδες του Ταϋγέτου και Ν.Δ. του Γυθείου. Μεγαλειώδης και επιβλητική η ερειπωμένη βυζαντινή πόλη, κουβαλάει μνήμες και διαδρομές ενός ένδοξου παρελθόντος. Βυζαντινό κέντρο της Μάνης και έδρα επισκοπής, ερείπια της οποίας σώζονται πλησίον του κάστρου της Καρυούπολης υπαγόμενη στη Μητρόπολη Λακεδαίμονος.

Μετά την πτώση του Μυστρά επέρχεται και η παρακμή. Απομεινάρια της βυζαντινής περιόδου είναι ο Βυζαντινός πύργος, οι ναοί του Αγίου Γεωργίου και του Αγίου Νικολάου (13ος αιώνας) και λείψανα από τάφους, στέρνες και κτίσματα της εποχής εκείνης.

Πύργος Κοσονάκου

Το οχυρό των Καβαλλιεράκη – Φωκά και ο Πύργος Κοσονάκου (έργο των αρχών του 19ου αιώνα) στο ψηλότερο σημείο του λόφου έφραζαν τη διέλευση προς τη Μάνη. Δυτικά βρίσκεται ο ναός του Αγίου Πέτρου και δίπλα στον Πύργο του Κοσονάκου ο ναός των Εισοδίων της Θεοτόκου. Πολλαπλή η προσφορά των οικογενειών Καβαλλιεράκη και Κοσονάκου στους υπέρ ανεξαρτησίας αγώνες του Έθνους. Καβαλλιεράκης Ραβούλιος: Έλαβε μέρος στην πολιορκία της Τριπολιτσάς το 1821 και του Ναυπλίου. Έπεσε μαχόμενος στο Κιόσκι Ναυπλίου την 20ή Αυγούστου 1822.  Καβαλλιεράκης Θεόδωρος: Μετέσχε στις πολιορκίες της Μονεμβασίας, της Τριπολιτσάς, του Ναυπλίου και της Κορίνθου. Κατά την επιδρομή του Ιμπραήμ πολέμησε γενναιότατα στα Μεσσηνιακά φρούρια. Στη μάχη του Διρού κλεισμένος εντός οικίσκου με άλλους πέντε αγωνιστές για πολλές ώρες, αντέκρουσε μεγάλο πλήθος Αιγυπτίων, ο δε ηρωισμός του υμνήθηκε από τη δημοτική μούσα.  Καβαλλιεράκης Φωκάς Δημήτριος: Έλαβε μέρος σε διάφορες πολιορκίες και μετέσχε σε πολλές μάχες. Το 1824 κλήθηκε να εκστρατεύσει κατά των ανταρτών τιμηθείς με το βαθμό του αντιστράτηγου. Το 1829 αντιπροσώπευσε τη Μάνη στη συνέλευση του Αργους. Υπηρέτησε τη χώρα μετά την απελευθέρωση από διάφορες θέσεις και πέθανε το 1865.  Κοσονάκος Φωκάς Γεώργιος: Υπηρέτησε στον ελληνικό στρατό κατά την Κρητική επανάσταση του 1866 όταν ως αρχηγός μικρού τάγματος εθελοντών Λακώνων κατέβηκε στην Κρήτη και τέθηκε υπό την αρχηγία του Δημητρίου Πετροπουλάκη. Αγωνίστηκε γενναία μετά του εκστρατευτικού σώματος του, συμμετέχοντας στις κατά το 1867 μάχες στην Πεδιάδα (Καρά Πηγάδι) και στο Μαλεβίζιο (Φαράγγι Βαθύπετρου) κατά του Ομέρ πασά. Αναχωρώντας από την Κρήτη κατά το τέλος του 1867 με το καταδρομικό “Αρκάδι” πνίγηκε κατά την καταστροφή του. Κοσονάκος Ηλίας: Εθελοντής κατά την Κρητική επανάσταση του 1866 κατατάχθηκε στο υπό τον αδελφό του Γεώργιο, εθελοντικό σώμα και πολέμησε μαζί του. Κοσονάκος Κωνσταντίνος (1843-1910): Σπούδασε νομικά και νεότατος επιδόθηκε στην πολιτική εκλεγόμενος βουλευτής Λακωνίας για πολλά χρόνια με το κόμμα του Χαριλάου Τρικούπη. Υπηρέτησε ως διευθυντής της διοικητικής αστυνομίας Αθηνών και επανερχόμενος στην πολιτική το 1865 μετείχε της κυβέρνησης Τρικούπη ως υπουργός της Δημόσιας Εκπαίδευσης.

Οι λίγοι μόνιμοι κάτοικοι της Καρυούπολης ασχολούνται με την ελαιοκαλλιέργεια και την οικόσιτη κτηνοτροφία, όμως κάποιους μήνες του χρόνου το χωριό υποδέχεται ξανά τους νοικοκυραίους της που έρχονται για να απολαύσουν τη γαλήνια ατμόσφαιρα του χωριού τους και της γύρω φύσης. Και τότε τα σπίτια ζωντανεύουν και η πλατεία γεμίζει με γνωστά πρόσωπα και παιδιά δίνοντας ζωή και περιεχόμενο με τα παιχνίδια και τις φωνές τους.

Περισσότερους από δώδεκα αιώνες ζωής μετράει η Καρυούπολη, ένα πανέμορφο μανιάτικο χωριό. Αιώνες ιστορίας πλούσιας για έναν τόπο με ζωντανές μνήμες, πανάρχαιες αναλλοίωτες στο διάβα των αιώνων, αθάνατες σαν τις ψυχές των ανθρώπων.

Η Καρυούπολη πρέπει να αντιμετωπίζεται απ’ όλους εκείνους που έχουν δεσμούς μαζί της σαν ένας τεράστιος πολιτιστικός χώρος, όπου εκεί θα μπαίνει κανείς με δέος που αρμόζει σε επίσκεψη – προσκύνημα χωρίς να διαταράσσει την ισορροπία του. Για να ζήσει ο πολιτισμός χρειάζεται μνήμη και η Καρυούπολη πρέπει να έχει μνήμη για να πορευτεί αντάξια του παρελθόντος της, αναδομώντας την ταυτότητα της με στοιχεία γνήσια που αντέχουν στο φθοροποιό χρόνο.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα

ΚΑΡΒΕΛΑΣ

Τοπική Κοινότητα του δήμου Ανατολικής Μάνης που απαρτίζεται από τους οικισμούς Καρβελά, Γεφυράκι και Πετροβούνι και βρίσκεται σε μια κατάφυτη περιοχή.

Οχυρά μετεωρίσματα μας φέρνουν σε παλιές εποχές. Αρχιτεκτονικό δείγμα στο χώρο το οχυρό σπίτι του Δημητρακάκου με κυλινδρικά γωνιακά κλουβιά, που ξεχωρίζει για την ιδιόμορφη όψη του, επιβλητικό, με επιμελημένο κτίσιμο του.

Η διάρθρωση των οικισμών, οι διατάξεις, οι προσανατολισμοί, η τυπολογία, τα υλικά, οι τεχνολογικά κατασκευαστικοί τρόποι των κτισμάτων υπακούουν σε κοινά, απλά και σταθερά πρότυπα που επαναλαμβάνονται με μικρές παραλλαγές και αποτέλεσαν βασική αφετηρία για τη διαμόρφωση των νεώτερων κατασκευών και οικισμών.

Η πυργοκατοικία Δημητρακάκου

Τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια τάση της οποίας η κεντρική ιδέα είναι η συντήρηση της παράδοσης. Μέσα από αυτό τον όρο κατορθώνεται να κρατηθούν σε ένα ανεκτό επίπεδο τα στοιχεία που συνέθεταν κάποτε τον τόπο. Έτσι παρότι δεν υπάρχουν σήμερα καλλιεργημένα χωράφια και ζωντανά μαντριά, υπάρχουν όμως πολλά στοιχεία που θυμίζουν πόσο κάποτε ήταν ζωντανή η ύπαιθρος στον Καρβελά. Η περιοχή έθρεψε γενιές και γενιές ανθρώπων, φανερό δείγμα γι’ αυτό αποτελούν οι συνεχείς ξερολιθιές που στενάζουν από την ασφυκτική πίεση των θάμνων και υποφέρουν από την εγκατάλειψη. Οι γενιές των ανθρώπων που κατοικούν πλέον εδώ εκ των πραγμάτων δεν μπορούν να παρέμβουν και να βάλουν στη θέση τους τις πέτρες που φεύγουν από τους τοίχους. Η καινούργια γενιά έχει πάει “σ’ άλλες πολιτείες” προκειμένου να μπορέσει να ζήσει τον σύγχρονο πολιτισμό.

Τα κλειδωμένα σπίτια δεν αποπνέουν μελαγχολία απλά νομίζει κανείς πως οι άνθρωποι που τα κατοικούν είναι μέσα και ησυχάζουν ή μπορεί να κοιμούνται πίσω από τα μανταλωμένα παράθυρα. Σε κάποια μένει κόσμος και έτσι διατηρούνται, κάποια έχουν αναπαλαιωθεί, κάποια άλλα είναι νεόκτιστα και μερικά άλλα έχουν καταρρεύσει. Έφυγαν οι κάτοικοι γιατί εδώ δεν είχαν δουλειά. Άφησαν τα σπίτια, δεν τα φρόντισαν και με τον καιρό άρχισαν να πέφτουν. Σήμερα όμως πολλοί επιστρέφουν και το καλοκαίρι σφύζει από ζωή, για λίγο όμως γιατί αργότερα επανέρχεται στους συνηθισμένους γνώριμους τρόπους ζωής της καθημερινότητας.

Ο Καρβελάς τελικά έχει κρυμμένες ομορφιές, τόσες μάλιστα που αν κάποιος μπορούσε να τις αξιοποιήσει όλοι θα ήταν περισσότερο ικανοποιημένοι από το χωριό τους.

Επικαιροποίηση αρχικής δημοσίευσης Aντώνη Pουμανέα